Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σύλλογος
1 item total
σύλλογος ο [síloγos] Ο19 : 1.ομάδα ατόμων, οργανωμένη και νομικά αναγνωρισμένη, που επιδιώκει με κοινή δράση να πετύχει έναν ορισμένο κοι νό σκοπό· (πρβ. σύνδεσμος, σωματείο, ένωση): Επαγγελματικός / επιστη μονικός / καλλιτεχνικός / φιλανθρωπικός / θρησκευτικός / αθλητικός / πολιτιστικός / εξωραϊστικός ~. Δικηγορικός / ιατρικός / εμπορικός ~. ~ μηχανικών. Ίδρυση / καταστατικό / αρχαιρεσίες / διοικητικό συμβούλιο / μέλη συλλόγου. || Ο ~ των καθηγητών ενός σχολείου, το σύνολο των καθηγητών ως σώμα. 2. (παρωχ.) συνάθροιση ανθρώπων.

[λόγ.: 2: αρχ. σύλλογος· 1: σημδ. γαλλ. association & συν. collectivité, collège]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go