Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: προτίθεμαι
1 εγγραφή
προτίθεμαι [protíθeme] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) προτίθεσαι, προτίθεται, προτιθέμεθα, προτίθεστε, προτίθενται, πρτ. γ' πρόσ. προετίθετο, προετίθεντο, μπε. προτιθέμενος : (λόγ.) έχω την πρόθεση, έχω τη διάθεση ή το σκοπό (να κάνω κτ.): Δεν ~ να καταφύγω σε ακραίες λύσεις. Λέγεται ότι προτίθεται να εκτεθεί ως υποψήφιος στις προσεχείς εκλογές. Tι προτίθεσαι να κάνεις;

[λόγ. < αρχ. προτίθεμαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες