Dictionary of Standard Modern Greek
| 1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
- προεξάρχων -ουσα -ον [proeksárxon] Ε12 : (εκκλ.) που χοροστατεί. (λόγ. έκφρ.) προεξάρχοντος του
, με αρχηγό, με επικεφαλής, με πρώτο τον
(και ειρ., επικριτικά): Όλοι έκλεβαν την τράπεζα προεξάρχοντος του / με προεξάρχοντα το διευθυντή της.
[λόγ. μεε. του προεξάρχω]



