Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: περηφάνια
1 item total
υπερηφάνεια η [iperifánia] Ο27 & περηφάνια η [perifána] Ο25α : 1.αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, η συναίσθηση που έχει κάποιος για την ηθική του αξία και η πρόθεσή του να τη διαφυλάξει: Mην πεις τίποτα που θα μπορούσε να πληγώσει την υπερηφάνειά του. Οι νίκες των βαλκανικών πολέμων τόνωσαν την εθνική ~. 2. συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κτ. που απόκτησα, για κτ. που κατάφερα να κάνω. (έκφρ.) φουσκώνει* το στήθος μου από ~. || (μειωτ.) συναίσθημα ματαιοδοξίας και αλαζονείας.

[υπερ-: λόγ. επίδρ. στο περηφάνεια (πρβ. αρχ. ὑπερηφανία ίδ. σημ.)· περ-: περήφαν(ος) -εια (ορθογρ. απλοπ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go