Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ξινός
1 item total
ξινός -ή -ό [ksinós] Ε1 : 1α.που έχει την έντονη γεύση του λεμονιού: H σούπα / η σαλάτα είναι πολύ ξινή. || υπόξινος: Ξινά δαμάσκηνα. β. για φρούτα που δεν έχουν ωριμάσει: Είναι ξινά ακόμα τα σταφύλια. ΦΡ περσινά* ξινά σταφύλια. 2. (ως ουσ.) α. το ξινό: α1. η γεύση του ξινού. α2. το κιτρικό οξύ. β. (οικ.) τα ξινά, τα εσπεριδοειδή. ΦΡ μου βγαίνει κτ. ξινό / βγάζω κτ. σε κπ. ξινό, για κτ. που ενώ αρχικά ήταν ευχάριστο, είχε δυσάρεστη έκβαση: Mας βγήκε ξινό το γλέντι / το γέλιο. Mου έβγαλε ξινό το ταξίδι. του / της αρέσουν τα ξινά, του / της αρέσουν οι παράνομες ερωτικές απολαύσεις. 3. (μτφ.) για άνθρωπο δύστροπο, γρουσούζη, στρυφνό: Ξινή γυναίκα. ξινούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ.

[μσν. ξινός < *οξινός (αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο και ανασυλλ. [o-oksi > oksi > o-ksi] ) < αρχ. ὄξ(ος) (δες στο ξίδι) -ινός (πρβ. ελνστ. ὄξινος, ίδ. σημ.)· ξιν(ός) -ούτσικος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go