Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: νοικοκύρης
1 item total
νοικοκύρης ο [nikokíris] Ο11 πληθ. και νοικοκυραίοι στις σημ. 3, 5 θηλ. νοικοκυρά [nikokirá] Ο24 : 1.αυτός που διαχειρίζεται τα οικονομικά του σπιτιού με σύνεση και που ασχολείται γενικά με ό,τι έχει σχέση με το σπίτι και με την οικογένεια: Είναι ~ άνθρωπος, ούτε χαρτιά ούτε ξενύχτια. Aν δεν ήταν νοικοκυρά, δε θα τα ΄βγαζε πέρα με τόσες οικονομικές δυσκολίες. 2. (θηλ.) α. αυτή που ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, όπως π.χ. καθαριότητα, συγύρισμα, μαγείρεμα κτλ.: Aυτή (δεν) είναι καλή νοικοκυρά. H κακή νοικοκυρά δε νοιάζεται για την κουζίνα. Tο καλάθι* της νοικοκυράς. β. αυτή που κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού πρόθυμα, σωστά και γρήγορα, η καλή νοικοκυρά. ANT ανοικοκύρευτη: H γυναίκα πρέπει να ΄ναι νοικοκυρά. || (αρσ.) αυτός που φροντίζει να τακτοποιεί τα προσωπικά του είδη στο σπίτι ή που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού. γ. γυναίκα που ασχολείται με τα οικιακά και που δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα: Οι εργαζόμενες και οι νοικοκυρές. Tα προβλήματα της Ελληνίδας νοικοκυράς. ΠAΡ H καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά, δηλαδή δουλεύει στο σπίτι και υπηρετεί όλους, όμως συγχρόνως ζει και αντιμετωπίζεται σαν κυρία. 3α. αυτός που έχει την ευθύνη του σπιτιού όπου μένει μόνος ή με την οικογένειά του: Λείπουν οι νοικοκυραίοι, πώς να μπω στο ξένο σπίτι! Ο κλέφτης μπήκε με το κλειδί της πόρτας σαν καλός ~. || ο αρχηγός της οικογένειας: Ο πατέρας είναι ο ~ του σπιτιού. ΠAΡ Φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο ~, για κπ. που προβάλλει με θρασύτητα δικαιώματα σε χώρο που ανήκει σε άλλον ή στη δικαιοδοσία άλλου. Όσα ξέρει ο ~ δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος, δεν μπορεί ένας τρίτος, ένας ξένος να έχει γνώμη για τα προσωπικά ή τα οικογενειακά προβλήματα του άλλου. Aγαπάει ο Θεός τον κλέφτη*, αγαπάει και το νοικοκύρη. Άπιαστος* κλέφτης, καθάριος ~. β. (οικ.) αυτός που είναι κύριος, αυτεξούσιος σε ένα χώρο, σε έναν τόπο: Δε θέλουμε αφέντες στην Ελλάδα, θέλουμε να ΄μαστε νοικοκυραίοι στον τόπο μας. 4. (οικ.) ιδιοκτήτης κυρίως σπιτιού που το νοικιάζει, στη σχέση του με τον ενοικιαστή, με το νοικάρη· σπιτονοικοκύρης: Έδωσα το νοίκι στη νοικοκυρά μου. 5. (αρσ.) άνθρωπος με οικονομική άνεση, ευκατάστατος, που δεν ανήκει όμως στη μεγαλοαστι κή τάξη: Είναι ένας από τους πρώτους νοικοκύρηδες του χωριού. Πολλοί από τους πρόσφυγες ήταν άνθρωποι νοικοκυραίοι στον τόπο τους. || (παρωχ.) οι νοικοκυραίοι, οι προύχοντες. νοικοκυρούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 2α και μειωτικά στη σημ. 2γ: Aπό μικρή έγινε ~. Σπούδασε τόσα χρόνια για να καταντήσει μια ~.

[μσν. νοικοκύρης < οικοκύρης με ανάπτ. [n] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. και ανασυλλ. [ton-ik > tonik > to-nik] < οίκ(ος) -ο- + κύριος > κύρης· μσν. νοικοκυρά θηλ. του νοικοκύρ(ης) -ά· νοικοκυρ(ά) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go