Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: νεο-
1 item total
νεο- [neo] & νεό- [neó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετα ονόματα. 1. δηλώνει ότι έγινε τώρα τελευταία, πρόσφατα αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό· (πρβ. νιο-): ~γέννητος, ~δίδακτος, ~σύστατος, ~φώτιστος, νεόχτιστος· νεόνυμφοι· νεοφερμένος. 2. δηλώνει τη μεταγενέστερη φάση του φιλοσοφικού, θρησκευτικού ή άλλου ρεύματος που εκφράζει ή συνεπάγεται το β' συνθετικό: ~θετικισμός, ~μαρξισμός, ~ρεαλισμός, ~φασισμός· ~ορθόδοξος. 3. σε λέξεις κυρίως επιστημονικές ή γενικότερα ειδικού λεξιλογίου για να δηλώσει το νεότερο στάδιο μιας διαβάθμισης: ~λιθικός, σε αντιδιαστολή προς τις ιστορικές υποδιαιρέσεις με α' συνθετικό: παλαιο-, μεσο- 1.

[λόγ.: 1: αρχ. νεο- θ. του επιθ. νέο(ς) ως α' συνθ.: αρχ. νεό-πλουτος, ελνστ. νεο-φώτιστος· 2, 3: διεθ. neo- `νέας, πρόσφατης μορφής΄ < αρχ. νεο-: νεο-λογία, νεο-πλατωνισμός, νεο-λιθικός < γαλλ. néologie, néoplatonisme, néolithique, νεο-μυκίνη < διεθ. neo- + mycin]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go