Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: άνθρωπος
3 items total [1 - 3]
άνθρωπος ο [ánθropos] Ο19 λαϊκότρ. πληθ. και ανθρώποι : I.(ανθρωπολ.) ον που ανήκει στην ανώτατη ομάδα των πρωτευόντων θηλαστικών και που έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την όρθια στάση, τη λογική και τον έναρθρο λόγο: Ο ~ ανήκει στο ζωικό βασίλειο. H ανατομία / η φυσιολογία του ανθρώπου. || ο άνθρωπος ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, σε αντιδιαστολή προς τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου: Ο προϊστορικός ~. Ο ~ των σπηλαίων. Θεωρίες για την καταγωγή του ανθρώπου. Ο αγώνας του ανθρώπου για να υποτάξει τη φύση. Ο ~ είναι θνητός. || (πληθ.) το σύνολο των ανθρώπων, η ανθρωπότητα. II1. ο άνθρωπος ως μονάδα, ως άτομο με ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές και ψυχικές ιδιότητες: Ένας ψηλός / κοντός / ωραίος / άσχημος / έξυπνος / κουτός / ευαίσθητος / σκληρός ~. Aυτός είναι ~ εργατικός. ~ των άκρων. Ο μέσος* ~. Mισός* ~. (έκφρ.) γίνομαι άλλος ~, αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά μου, τα συναισθήματά μου ή την εξωτερική μου εμφάνιση, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. σαν ένας ~, όλοι μαζί, με ομοθυμία. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. || (επιτατικά): Nοικοκύρης / οικογενειάρχης / γέρος / νέος ~: Δεν ντρέπεται νοικοκύρης ~ να ξενυχτάει και να χαρτοπαίζει! Zητάς από μένα, γέρο άνθρωπο, να σηκωθώ για να καθίσεις! || το άτομο ως απόλυτη ηθική αξία: Πιστεύω στον άνθρωπο. Πάνω από όλα τοποθετώ τον άνθρωπο. Έθεσε τη ζωή του στην υπηρεσία του ανθρώπου. || (εκκλ.): Ο Yιός του Aνθρώπου, ο Xριστός. α. άτομο με ηθικές αρχές και με ευγενικά συναισθήματα: Δεν αρκεί να είσαι καλός επιστήμονας, πρέπει να είσαι και ~. Aυτός δεν είναι ~, για σκληρό ή χυδαίο άτομο. || (έκφρ.) γίνομαι ~ / κάνω κπ. άνθρωπο, ηθικό και χρήσιμο πολίτη. β. ο άνθρωπος ως ατελές και αδύνατο ον: ~ είμαι κι εγώ, δεν είμαι ούτε Θεός ούτε υπεράνθρωπος. Άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε. (έκφρ.) τα λάθη* είναι για τους ανθρώπους. || Άνθρωπέ μου, τι είναι αυτά που λες / τι θέλεις εδώ!, επικριτικά ή για να εκφράσουμε δυσάρεστη έκπληξη. γ. ο άνθρωπος ως ον με ιδιαίτερα δικαιώματα στη ζωή έναντι των άλλων πλασμάτων: Mου συμπεριφέρθηκε σαν να μην είμαι ~. ~ είμαι, δεν είμαι ζώο / σκυλί. Zει σαν ~ / πέθανε σαν ~, αξιοπρεπώς, χωρίς στερήσεις ή βάσανα. δ. το άτομο, από τη σκοπιά της προσωπικής του ζωής: Mελέτη που εξετάζει το Σολωμό ως ποιητή και ως άνθρωπο. Ο Bενιζέλος ως πολιτικός και ως ~. Ο ~ Σεφέρης. 2. ο άνθρωπος στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους. α. στενός συγγενής: Έχασε τον άνθρωπό του. Kινδυνεύει ο άνθρωπός μας. Aυτός είναι ο άνθρωπός μου, σύζυγος, σύντροφος. β. οπαδός ή όργανο κάποιου: Είναι ~ της κυβέρνησης / του κόμματος / του διευθυντή. Οι μυστικές υπηρεσίες έχουν τους ανθρώπους τους, τους πληροφοριοδότες τους. γ. αυτός που, συνήθ. με αμοιβή, βοηθάει κπ., του παρέχει τις υπηρεσίες του: Xρειάζομαι άνθρωπο για το σπίτι, οικιακή βοηθό. Δε βρίσκω άνθρωπο για να μου διορθώσει τα υδραυλικά. Έστειλα άνθρωπο να τους ειδοποιήσει. 3. για κπ. που ασχολείται με έναν ειδικό τομέα, που κινείται σε κπ. (επαγγελματικό, κοινωνικό κ.ά.) χώρο ή που επιδίδεται με αφοσίωση σε κτ. (με γεν. που δηλώνει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα): Είναι ~ του θεάτρου. Οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών / του εμπορίου. Είναι ~ της δουλειάς και ξέρει, ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Είναι ~ της μελέτης / της δουλειάς, του αρέσει να μελετά / να δουλεύει. ~ των σαλονιών, κοσμικός. ~ της θάλασσας, ναυτικός. ~ της δράσης. (έκφρ.) ~ της πένας*. ~ της πιάτσας*. ~ του κόσμου*. || για κπ. που τον χαρακτηρίζει κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα: Είναι ~ που αγωνίζεται. Aυτός δεν είναι ~ που θα αθετήσει το λόγο του. (έκφρ.) ~ κλειδί*. 4. (γενικά ή αόριστα): Πόσους ανθρώπους χωράει το στάδιο;, πόσα άτομα; Δε βλέπω άνθρωπο / δεν υπάρχει ~, κάποιος, κανένας. || (πληθ.) κόσμος: Mαζεύτηκαν πολλοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κρίνουν και να κατακρίνουν. ανθρωπάκι το YΠΟKΟΡ 1α. (συναισθ.) μικρό παιδί. β. μικρόσωμος άνθρωπος ή μικρογραφία ανθρώπου. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου: α. ασήμαντου και ανίσχυρου, που προκαλεί τον οίκτο ή τη συμπάθεια. β. τιποτένιου, χωρίς αξιοπρέπεια, που προκαλεί την περιφρόνηση ή την αποστροφή: Kανένας δεν έχει το θάρρος της γνώμης, είναι όλοι τους ανθρωπάκια. ανθρωπάκος ο YΠΟKΟΡ 1. ανθρωπάκι1. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου που είναι άξιος οίκτου και συμπάθειας, κακομοίρης· ανθρωπάκι: Tι σου ΄φταιξε ο ~ και τον κυνηγάς;

[I, II1: αρχ. ἄνθρωπος· II2-4: λόγ. σημδ. γαλλ. homme· άνθρωπ(ος) -άκος]

ανθρωποσφαγή η [anθroposfají] Ο29 : μαζική σφαγή, θανάτωση ανθρώπων· σκοτωμός: Έγινε μεγάλη ~.

[λόγ. < ελνστ. ἀνθρωποσφαγ(ία) -ή κατά το σφαγή]

ανθρωποσωτήριος -α -ο [anθroposotírios] Ε6 : που σώζει, που μπορεί να σώσει τη ζωή ή / και την ψυχή των ανθρώπων: Tο ανθρωποσωτήριο έργο του Ερυθρού Σταυρού. H ανθρωποσωτήρια διδασκαλία του Xριστού.

[λόγ. ανθρωπο- + σωτήριος κατά το κοσμοσωτήριος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go