Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Αναζήτηση για: "ανά"

4 εγγραφές [1 - 4]
ἀναγκαῖος
ΕΠΙΘΕΤΟ Α.Με ενεργητική σημασία αυτός που εξαναγκάζει, υποχρεώνει, επιβάλλει |με απρφ. Β. Με παθητική σημασία 1. απαραίτητος, αναγκαίος |(συχνά σε υπερθ.) ελάχιστος αναγκαίος |φρ. ἀναγκαῖόν ἐστι=είναι αναγκαίο, είναι επιβεβλημένο 2. στενοί, αγαπητοί |για συγγενικούς ή φιλικούς δεσμούς Γ. |το ουδ. ως ουσ. 1. τὰ ἀναγκαῖα=τα απαραίτητα, τα χρήσιμα 2. τὸ ἀναγκαῖον, τὰ ἀναγκαῖα=λογική αναγκαιότητα, αναγκαία συνθήκη λογικής επαγωγής |φιλοσοφία 3. οἱ ἀναγκαῖοι=συγγενείς εξ αίματος, γονείς |για οικογένεια ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. κατ' ανάγκη, αναγκαστικά 2. ελλιπώς |φρ. ἀναγκαίως ἔχειν=πρέπει, οφείλει να... |φρ. ἀναγκαιότατα λέγεις (για έντονη κατάφαση ή συμφωνία)
ἀνάγκη
Α. 1. εξαναγκασμός, ανάγκη |φρ. ἐξ ἀνάγκης, ὑπ' ἀνάγκης, δι' ἀνάγκης, κατ' ἀνάγκην 2. θεϊκή βούληση, νόμοι, μοίρα |προσωποποίηση Ἀνάγκη=θεότητα που δηλώνει τη δύναμη του εξαναγκασμού, τη Μοίρα 3. φυσική αναγκαιότητα |φιλοσοφία |φυσική ανάγκη, επιθυμία, όρεξη |στον πληθ. οι φυσικοί νόμοι 4. λογική αναγκαιότητα |φιλοσοφία Β.κρίσιμη περίσταση, δυσμενής θέση Γ.άσκηση ή χρήση βίας |σωματικό μαρτύριο |φρ. ἀνάγκη ἐστί=είναι απαραίτητο να..., αναγκαίο να... |φρ. πᾶσα ἀνάγκη ἐστί=είναι απόλυτη ανάγκη να... |φρ. πολλὴ ἀνάγκη, πᾶσα ἀνάγκη=βεβαίως, ακριβώς έτσι |η δοτ. ως επίρρημα 1. διά της βίας, με το ζόρι 2. αναγκαστικά
ἀναίτιος
|αυτός που δεν είναι η αιτία μιας πράξης, δεν είναι υπαίτιος, αθώος |αθώος από τη διάπραξη κπ. αδικήματος |με γεν. πράγμ. |με δοτ. προσ. |ως ουσ. τὸ ἀναίτιον=αυτό που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία ενός γεγονότος ή μιας πράξης
ἀνάξιος
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που δεν είναι ίσης αξίας με κπ., κατώτερος 2. αυτός που δεν πρέπει ή δεν είναι δίκαιο να υποστεί κακό, αυτός που δεν αξίζει να υποφέρει |με απρφ. |με γεν. 3. ανάρμοστος, ανάξιος, άχρηστος, άξιος καταφρόνησης, τιποτένιος |ΕΠΙΡΡΗΜΑ άδικα, χωρίς να το αξίζει κπ.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες