Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Αναζήτηση για: "ὁράω"

1 εγγραφή
ὁράω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. βλέπω, θεωρώ, παρατηρώ |με αιτ. |με κτγ. μτχ. |σπάνια με γεν. |με δευτερεύουσα πρόταση |απόλ. |το απρφ. με επιρρηματική σημασία |έχω την όρασή μου, βλέπω |ζω |μτφ. 2. κοιτάζω κάπου, έχω στραμμένο κάπου το βλέμμα μου |με εμπρόθετο προσδιορισμό ή επίρρημα |στρέφω την προσοχή μου σε κτ., παρατηρώ προσεκτικά, εξετάζω |με εμπρόθετο προσδιορισμό |με αιτ. |προσέχω, παίρνω τα μέτρα μου, φυλάγομαι |στην προστ. με πλάγια πρόταση |αναζητώ, φροντίζω, προνοώ για χάρη κπ. 3. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, διακρίνω |με αιτ. |με κτγ. μτχ. |με δευτερεύουσα πρόταση |με απρφ. |φρ. ὁρᾶς; ὁρᾶτε;=βλέπεις; βλέπετε; |παρενθετικά σε επεξήγηση ή στην αρχή πρότασης ή ειρωνικά 4. δοκιμάζω, επιχειρώ 5. συναντώ, βρίσκω Β. ΜΕΣΟ 1. βλέπω, θεωρώ, παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι |με αιτ. |με κτγ. μτχ. |με δευτερεύουσα πρόταση |το απρφ. με επιρρηματική σημασία |ζω |μτφ. 2. κοιτάζω κάπου, έχω στραμμένο κάπου το βλέμμα μου |με εμπρόθετο προσδιορισμό |στρέφω την προσοχή μου σε κάτι, παρατηρώ προσεκτικά, εξετάζω |ως επίρρημα ἰδού=να, ιδού, να πάρε, (εμπαικτικά σε διάλογο) μάλιστα, τί λόγος 3. δοκιμάζω, επιχειρώ Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ 1. βλέπομαι |φρ. τά ὁρώμενα=τα ορατά 2. φαίνομαι, εμφανίζομαι |με κτγ. μτχ.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες