Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

  • ΛΗΜΜΑ

    • δυνατός
    • επίθετο
    • -ή, -όν και -ός, -όν
    • δυνατῶς
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που έχει δύναμη (σωματική και ψυχική), ακμαίος, ρωμαλέος, γεροδεμένος, ισχυρός |για άνθρωπο |κατάλληλος, ικανός, έμπειρος, αποτελεσματικός να... |με απρφ. |γερός, ανθεκτικός, κατάλληλος, αποτελεσματικός |για πράγματα και έννοιες 2. εύπορος, σπουδαίος, ισχυρός |με δοτ. |ως ουσ. οἱ δυνατοί=οι ευγενείς, οι αριστοκράτες 3. ενδεχόμενος, πιθανός, πραγματοποιήσιμος, εφικτός |φιλοσοφία |ως ουσ. τὸ δυνατόν, τὰ δυνατά=αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί |φρ. δυνατόν (ἐστι) με απρφ. |φρ. ὅσον δυνατόν, ὡς δυνατόν, κατά τό δυνατόν, ἐς τό δυνατόν, ἐπί τό δυνατόν, μέχρι τοῦ δυνατοῦ=όσο είναι δυνατόν |ΕΠΙΡΡΗΜΑ με δύναμη, αποτελεσματικά, ισχυρά

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που έχει δύναμη (σωματική και ψυχική), ακμαίος, ρωμαλέος, γεροδεμένος, ισχυρός
    • για άνθρωπο
    • ΞΕΝ Απομν 2.1.19 ἵνα δυνατοὶ γενόμενοι καὶ τοῖς σώμασι καὶ ταῖς ψυχαῖς
    • ΠΛ Πρωτ 350e εἰ οἱ ἐπιστάμενοι παλαίειν δυνατώτεροί εἰσιν τῶν μὴ ἐπισταμένων παλαίειν
    • ΘΟΥΚ 1.76.2 ἀλλ΄ αἰεὶ καθεστῶτος τὸν ἥσσω ὑπὸ τοῦ δυνατωτέρου κατείργεσθαι
    • κατάλληλος, ικανός, έμπειρος, αποτελεσματικός να...
    • με απρφ.
    • ΞΕΝ Απομν 3.6.2 δυνατὸς μὲν ἔσει αὐτὸς τυγχάνειν ὅτου ἂν ἐπιθυμῇς
    • ΠΛ Πρωτ 319a ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν
    • ΠΙΝΔ Νεμ 6.33 δυνατοὶ παρέχειν πολὺν ὕμνον
    • γερός, ανθεκτικός, κατάλληλος, αποτελεσματικός
    • για πράγματα και έννοιες
    • ΘΟΥΚ 7.60.2 τὰς ναῦς ἁπάσας͵ ὅσαι ἦσαν καὶ δυναταὶ καὶ ἀπλοώτεραι
    • ΠΛ Πρωτ 321a καὶ στερεοῖς δέρμασιν͵ ἱκανοῖς μὲν ἀμῦναι χειμῶνα͵ δυνατοῖς δὲ καὶ καύματα
    • ΠΛ Νομ 771a ψέγετε τοὺς νόμους ὅσοι μὴ ταῦτα δυνατοί͵ τοὺς δὲ δυνατοὺς ἀσπάζεσθέ τε
    • 2. εύπορος, σπουδαίος, ισχυρός
    • ΗΡ 1.53 τοὺς δὲ Ἑλλήνων δυνατωτάτους συνεβούλευόν οἱ ἐξευρόντα φίλους προσθέσθαι (=να βρει τους πιο ισχυρούς από τους Έλληνες)
    • ΘΟΥΚ 1.13.1 δυνατωτέρας δὲ γιγνομένης τῆς Ἑλλάδος
    • ΞΕΝ ΑθΠολ 1.3 ἀλλ΄ ἐᾶν τοὺς δυνατωτάτους ἄρχειν
    • με δοτ.
    • ΘΟΥΚ 1.13.5 χρήμασί τε δυνατοὶ ἦσαν
    • ΠΙΝΔ Νεμ 9.39 χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί
    • ως ουσ. οἱ δυνατοί=οι ευγενείς, οι αριστοκράτες
    • ΘΟΥΚ 1.89.3 ἐν αἷς αὐτοὶ ἐσκήνωσαν οἱ δυνατοὶ τῶν Περσῶν
    • ΘΟΥΚ 5.4.3 οἱ δὲ δυνατοὶ αἰσθόμενοι Συρακοσίους τε ἐπάγονται καὶ ἐκβάλλουσι τὸν δῆμον
    • 3. ενδεχόμενος, πιθανός, πραγματοποιήσιμος, εφικτός
    • φιλοσοφία
    • ΙΣΟΚΡ 1.7 τὰ μὲν τοῖς ἄλλοις ἀδύνατα δυνατὰ καθιστᾶσα
    • ΠΛ Πολ 471c τὸ ὡς δυνατὴ αὕτη ἡ πολιτεία γενέσθαι καὶ τίνα τρόπον ποτὲ δυνατή
    • ΑΡΙΣΤ Μεταφ 1048a ὅτι οὐ μόνον τοῦτο λέγομεν δυνατὸν ὃ πέφυκε κινεῖν ἄλλο
    • ως ουσ. τὸ δυνατόν, τὰ δυνατά=αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί
    • ΠΛ ΙππΜ 295e οὐκοῦν τὸ δυνατὸν ἕκαστον ἀπεργάζεσθαι
    • ΘΟΥΚ 5.89.1 τὰ δυνατὰ δ΄ ἐξ ὧν ἑκάτεροι ἀληθῶς φρονοῦμεν διαπράσσεσθαι
    • φρ. δυνατόν (ἐστι) με απρφ.
    • ΣΟΦ Αι 162 οὐ δυνατὸν τοὺς ἀνοήτους τούτων γνώμας προδιδάσκειν
    • ΞΕΝ ΚΑναβ 7.3.13 καὶ οὔτε οἴκαδε ἀποπλεῖν τῷ τοῦτο βουλομένῳ δυνατὸν εἴη
    • ΙΣΟΚΡ 3.27 ἅπαντα μὲν οὔθ΄ εὑρεῖν οὔτ΄ εἰπεῖν δυνατόν ἐστιν
    • φρ. ὅσον δυνατόν, ὡς δυνατόν, κατά τό δυνατόν, ἐς τό δυνατόν, ἐπί τό δυνατόν, μέχρι τοῦ δυνατοῦ=όσο είναι δυνατόν
    • ΘΟΥΚ 6.22.1 τά τε ἄλλα ὅσον δυνατὸν ἑτοιμάσασθαι
    • ΙΣΟΚΡ 12.157 ήγωνίσαντό τε γὰρ ὡς δυνατὸν ἄριστα
    • ΠΛ Συμπ 207d ἡ θνητὴ φύσις ζητεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀεί τε εἶναι καὶ ἀθάνατος
    • ΠΛ Νομ 887c διεξέλθωμεν εἰς τὸ δυνατὸν ἱκανῶς
    • ΞΕΝ Κυν 5.8 καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ διαρριπτῶν ἐπὶ τὸ δυνατὸν καὶ ἐν ὕδατι
    • ΕΠΙΡΡΗΜΑ με δύναμη, αποτελεσματικά, ισχυρά
    • ΑΙΣΧΙΝ 2.48.3 εἰπὼν ὅτι καὶ μνημονικῶς καὶ δυνατῶς ὁ Φίλιππος εἴποι
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΔΥΝΑΜΑΙ >
    • Από: δυνα- + -τός.
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ε1
    • επίθετο συγκρ. δυνατώτερος, υπερθ. δυνατώτατος
    • επίρρημα συγκρ. δυνατώτερον, υπερθ. δυνατώτατα
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: δύναμις, δύνασις, δυνάτης 'δυνάστης', δυνάστωρ, δυνάστης, δυναστεία, ἀδυναμία, ἀδυνασία
      • ρήματα: δύναμαι, ἀδυνατέω, ἀδυναμέω
      • επίθετα: ἀδύνατος
      • επιρρήματα: δυνατῶς, ἀδυνάτως
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: δυνατομέγεθος, δυναμοδύναμις 'μαθημ. τέταρτη δύναμη χ4', δυναμόκυβος 'μαθημ. πέμπτη δύναμη χ5', δυναμοστόν 'το κλάσμα', δυνάμωσις, δυναμία, δυναμώτης, ἀπειροδυναμία, αὐτοδύναμις 'η απόλυτη ιδέα της δυνάμεως', ἐνδυναμία, ἰσοδυναμία, ὑπερδύναμις
      • ρήματα: δύνομαι, δυνατέω, δυνατεύω, δυναμόω, ἐνδυναμόω, ἰσοδυναμέω, ὑπερδυναμόω
      • επίθετα: δυνατικός, δυναμερός 'ισχυρός, δυνατός', δυναμικός, δυναμωτικός, δυναμοειδής, δυνητικός, δυναμοποιός 'ενισχυτικός', δυναμωτής, ἀδύναμος, ἀμφοτεροδύναμος, ἀπειροδύναμος, αὐτοδύναμος, ἐνδύναμος 'δυνατός, ισχυρός', ἑτεροδύναμος, θεοδύναμος, ἰσοδύναμος, μεγαλοδύναμος, ὀλιγοδύναμος, ὁμοδύναμος, πανδύναμος, παντοδύναμος, πολυδύναμος, ταυτοδύναμος, ὑπερδύναμος
      • επιρρήματα: δυνάτως, δυναμοδότως
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • δυνατότης, δυναμομηχανή, δυναμόμετρο, δυναμομετρία, δυναμοθεραπεία, δυναμογράφος, δυναμομετρώ, δυνατόφωνος, δυναμομετρικός, δυναμογόνος, δυναμοηλεκτρικός
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Κύπρ. Νάξ. Σκύρ. δύνομαι, Ρόδ. δύνουμαι , Άνδρ. δυνάζομαι
      • Από την ελληνιστική περίοδο ως σήμερα ο όρος, όπως διαφαίνεται, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στα μαθηματικά και γενικότερα στις θετικές επιστήμες, για να εκφράσει επιστημονικά πεδία, όργανα κτλ. δίχως αυτό να σημαίνει ότι μειονεκτούν οι υπόλοιπες σημασίες ή χρήσεις του.