Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

  • ΛΗΜΜΑ

    • ἀρχή
    • ουσιαστικό
    • -ῆς
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • Α. 1. έναρξη, αρχή, αφετηρία, προέλευση |τοπικά και χρονικά |συχνά στον πληθ. 2. πρώτη αιτία, πρωταρχικό στοιχείο, απαρχή, θεμελιώδης αρχή |επιστήμη και φιλοσοφία |θεμελιώδης κανόνας της επιστήμης |επιστήμη Β. διοίκηση, κυβέρνηση, αξίωμα, εξουσία, κυριαρχία |ως σύστ.Α |διάρκεια μιας αρχής, ενός αξιώματος |στον πληθ. οι αρχές, η εξουσία, οι άρχοντες |φρ. ἅμα ἀρχῇ=στην αρχή, αρχικά |φρ. ἐξ ἀρχῆς=από την αρχή, από παλιά |φρ. ὁ ἐξ ἀρχῆς=αρχικός |φρ. κάτ' ἀρχάς, τὸ κάτ' ἀρχάς=στην αρχή |φρ. (τήν) ἀρχήν, τάς ἀρχάς=πρώτα απ'όλα |φρ. ἀρχήν με άρνηση=καθόλου, σε καμιά περίπτωση

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • Α.
    • 1. έναρξη, αρχή, αφετηρία, προέλευση
    • τοπικά και χρονικά
    • ΟΜ Οδ 21.4 ἀέθλια καὶ φόνου ἀρχήν
    • ΘΕΟΓΝ ελεγ 1.1133 παροῦσι φίλοισι κακοῦ καταπαύσομεν ἀρχήν
    • ΕΥΡ Ιων 517 ἡ γὰρ ἀρχὴ τοῦ λόγου πρέπουσά μοι
    • ΠΛ Φαιδ 58c ἀρχὴ δ΄ ἐστὶ τῆς θεωρίας ἐπειδὰν ὁ ἱερεὺς τοῦ Ἀπόλλωνος στέψῃ τὴν πρύμναν τοῦ πλοίου
    • συχνά στον πληθ.
    • ΕΥΡ ΙΤαυ 939 ἀρχαὶ δ΄ αἵδε μοι πολλῶν πόνων
    • ΑΙΣΧΙΝ 1.190 μὴ γὰρ οἴεσθε͵ ὦ Ἀθηναῖοι͵ τὰς τῶν ἀδικημάτων ἀρχὰς ἀπὸ θεῶν, ἀλλ' οὐκ ἀπ' ἀνθρώπων ἀσελγείας γίγνεσθαι
    • 2. πρώτη αιτία, πρωταρχικό στοιχείο, απαρχή, θεμελιώδης αρχή
    • επιστήμη και φιλοσοφία
    • ΠΛ Νομ 895a ἀρχή τις αὐτῶν ἔσται τῆς κινήσεως ἁπάσης ἄλλη πλὴν ἡ τῆς αὐτῆς αὑτὴν κινησάσης μεταβολή;
    • ΑΡΙΣΤ Φυσ 203b ἅπαντα γὰρ ἢ ἀρχὴ ἢ ἐξ ἀρχῆς͵ τοῦ δὲ ἀπείρου οὐκ ἔστιν ἀρχή
    • ΑΡΙΣΤ ΗΕυδ 1224a ἐν μὲν τοῖς ἀψύχοις ἁπλῆ ἡ ἀρχή͵ ἐν δὲ τοῖς ἐμψύχοις πλεονάζει
    • θεμελιώδης κανόνας της επιστήμης
    • επιστήμη
    • ΑΡΙΣΤ ΗΜεγ 1.34.13 ἡ μὲν γὰρ ἐπιστήμη τῶν μετ΄ ἀποδείξεως ὄντων ἐστίν͵ αἱ δ΄ ἀρχαὶ ἀναπόδεικτοι͵ ὥστ΄ οὐκ ἂν εἴη περὶ τὰς ἀρχὰς ἡ ἐπιστήμη͵ ἀλλ΄ ὁ νοῦς
    • Β. διοίκηση, κυβέρνηση, αξίωμα, εξουσία, κυριαρχία
    • ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1130a ἀρχὴ ἄνδρα δείξει
    • ΘΟΥΚ 6.54.2 ἀλλ΄ Ἱππίας πρεσβύτατος ὢν ἔσχε τὴν ἀρχήν
    • ΘΟΥΚ 2.65.9 ἐγίγνετό τε λόγῳ μὲν δημοκρατία͵ ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή
    • ως σύστ.Α
    • ΠΛ Συμπ 183a ἀρχὴν ἄρξαι
    • ΠΛ Απολ 32b ἄλλην μὲν ἀρχὴν οὐδεμίαν πώποτε ἦρξα ἐν τῇ πόλει
    • διάρκεια μιας αρχής, ενός αξιώματος
    • ΘΟΥΚ 1.93.3 ἐπὶ τῆς ἐκείνου ἀρχῆς ἧς κατ' ἐνιαυτὸν Ἀθηναίοις ἦρξε
    • ΘΟΥΚ 6.54.6 ἦρξαν τὴν ἐνιαύσιον Ἀθηναίοις ἀρχὴν
    • στον πληθ. οι αρχές, η εξουσία, οι άρχοντες
    • ΘΟΥΚ 5.47.9 ὀμνύντων δὲ Ἀθήνησι μὲν ἡ βουλὴ καὶ αἱ ἔνδημοι ἀρχαί
    • ΣΟΦ Αντ 744 ἁμαρτάνω γὰρ τὰς ἐμὰς ἀρχὰς σέβων;
    • φρ. ἅμα ἀρχῇ=στην αρχή, αρχικά
    • ΗΡ 7.51 ἐς θυμὸν ὦν βάλεο καὶ τὸ παλαιὸν ἔπος ὡς εὖ εἴρηται, τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι
    • φρ. ἐξ ἀρχῆς=από την αρχή, από παλιά
    • ΔΗΜ 47.25 σκέψασθαι οὖν ὑμᾶς εἰκός ἐστιν ἐξ ἀρχῆς, ὦ ἄνδρες δικασταί, τοῦτο πρῶτον
    • ΠΛ Πρωτ 349a πάλιν ἐπιθυμῶ ἐξ ἀρχῆς τὰ μὲν ἀναμνησθῆναι παρὰ σοῦ
    • φρ. ὁ ἐξ ἀρχῆς=αρχικός
    • ΠΛ Θεαιτ 177c τὸν ἐξ ἀρχῆς λόγον
    • φρ. κάτ' ἀρχάς, τὸ κάτ' ἀρχάς=στην αρχή
    • ΘΟΥΚ 2.67.4 πάντας γὰρ δὴ κατ᾽ ἀρχὰς τοῦ πολέμου Λακεδαιμόνιοι ὅσους λάβοιεν ἐν τῇ θαλάσσῃ ὡς πολεμίους διέφθειρον
    • φρ. (τήν) ἀρχήν, τάς ἀρχάς=πρώτα απ'όλα
    • ΠΛ Συμπ 190b ὅτι τὸ μὲν ἄρρεν ἦν τοῦ ἡλίου τὴν ἀρχὴν ἔκγονον͵ τὸ δὲ θῆλυ τῆς γῆς
    • φρ. ἀρχήν με άρνηση=καθόλου, σε καμιά περίπτωση
    • ΣΟΦ Αντ 92 ἀρχὴν δὲ θηρᾶν οὐ πρέπει τἀμήχανα
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΑΡΧΩ >
    • Από: ἀρχ- + -ή.
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ο3
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: ἀρχή, ἀρχός 'αρχηγός', ἀρχηγός, ἀρχηγέτης, ἀρχαγέτας, ἀρχαιρεσία, ἀρχαιότης, ἀρχεῖον 'κατοικία αξιωματούχων, το σώμα των αξιωματούχων', ἀρχεῖα, ὕπαρξις, ἵππαρχος, ἔξαρχος, ἔπαρχος, πολέμαρχος, στράταρχος, ταξίαρχος, τριήραρχος, ὕπαρχος 'υποδιοικητής, υποστράτηγος', φρούραχος, φύλαρχος, συνταγματάρχης, ταγματάρχης, ἀρχιτέκτων
      • ρήματα: ἄρχω, ἀρχαΐζω, ἀρχαιολογῶ 'διηγούμαι πολύ παλιές ιστορίες', ἐξάρχω, ἐπάρχω 'κυβερνώ, διοικώ', κατάρχω 'κάνω αρχή κάποιου πράγματος', πειθαρχῶ, ἀπειθαρχῶ, πολεμαρχῶ, τριηραρχῶ, ταγματαρχῶ, ὑπάρχω, ἐνυπάρχω, συνυπάρχω, προϋπάρχω
      • επίθετα: ἀρχαῖος, ἀρχαϊκός, ἀρχαιοπρεπής, ἀρχαιότροπος
      • επιρρήματα: ἀρχῆθεν, ἀρχήν, ἐξ ἀρχῆς
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: ἀρχεῖα, δήμαρχος, λῄσταρχος, χιλίαρχος, ἀρχιεπίσκοπος, ἀρχιδιάκονος, ἀρχιδικαστής, ἀρχιεράρχης, ἀρχιερέας, ἀρχιευνοῦχος, ἀρχιθεωρός, ἀρχιλῃστής, ἀρχιμάγειρος, ἀρχιμανδρίτης, ἀρχιοινοχόος, ἀρχιπολίτης, ἀρχιποιμήν, ἀρχισιτοποιός, ἀρχιστράτηγος, ἀρχιστρατηλάτης, ἀρχιτεχνίτης
      • ρήματα: ἀρχαιρεσιάζω, ἀρχίζω, κυριαρχέω, ποιμεναρχέω, ἱεραρχέω, αἱρεσιαρχέω
      • επίθετα: ἀρχικός, ἄναρχος
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • αρχολογία 'λόγος για τις φιλοσοφικές αρχές', αρχομανία, αρχομανής, αρχηγία, αρχηγείον, αρχηγεύω, αρχηγομανία, και μια πλειάδα σύνθετων λέξεων με αρχικό πρόθεμα το αρχι- μεταξύ των οποίων τα: αρχιαγύρτης, αρχιαθλητής, αρχιαρθρογράφος, αρχίατρος, αρχιγεωμέτρης, αρχιγεωργός, αρχιγυμνασιάρχης, αρχιδήμιος, αρχιδικαστής, αρχιεπιστάτης, αρχιεργάτης, αρχικάθαρμα, αρχιπατριώτης, αρχιπέλαγος, αρχιπλοίαρχος κ.ά.
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Β.Ευβ. Κέρκ. Μακεδ. Θεσσ. Θράκ. αρχός, Πόντ. αρχήθεν, Σαμ. Θεσσ. αρχάζου, Κέρκ. αρχιτέχτος
      • Στο αρχαίο ελληνικό ρήμα ἄρχω ενυπάρχουν δύο σημασίες· ή έννοια του 'αρχίζω, ξεκινώ' και η έννοια του 'διευθύνω, κυβερνώ'. Η πρώτη από τις δύο είναι πιθανώς η αρχαιότερη, αν και η δεύτερη σημασία εμφανίζεται ήδη στον Όμηρο. Από την δεύτερη, πάντως, γίνεται κατά συντριπτική πλειοψηφία η μεταγενέστερη παραγωγή και σύνθεση. Τέλος, το πρόθεμα αρχι- δίνει έναν σημαντικό αριθμό παραγώγων ειδικά στην μετακλασική εποχή, όπως φαίνεται από τις οικογένειες λέξεων που παρατίθενται.