Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

  • ΛΗΜΜΑ

    • ἄκρος
    • επίθετο
    • -α, -ον
    • ἄκρως ή το ουδ. ἄκρον ή ἄκρα ως επίρρημα
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • ΕΠΙΘΕΤΟ Α. |για τόπο 1. ο εξώτατος, o ακρινός |στα άκρα (χεριών και ποδιών), στο δέρμα, στην άκρη του... |για μέλη του σώματος |στην επιφάνεια της θάλασσας ή νερού, στην κορυφή του κύματος |για θάλασσα, κύμα ή νερό 2. ο πιο ψηλός, ο ψηλότερος 3. ενδότατος, μύχιος Β. |για χρόνο 1. το πλήρες του χρόνου 2. χρόνος που μόλις αρχίζει Γ. εξέχων στο είδος του, εξαιρετικός, υπέροχος |μτφ. ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. στην κορυφή, στην επιφάνεια, στην άκρη 2. εντελώς, υπερβολικά

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • ΕΠΙΘΕΤΟ Α.
    • για τόπο
    • 1. ο εξώτατος, o ακρινός
    • ΣΟΦ Αντ 1196 ἐγὼ δὲ σῷ ποδαγὸς ἑσπόμην πόσει πεδίον ἐπ΄ ἄκρον { εγώ λοιπόν τον άντρα σου ακολουθούσα καταπόδι στον μακρινό τόπο }
    • ΑΙΣΧ Αγ 805 νῦν δ΄ οὐκ ἀπ΄ ἄκρας φρενὸς οὐδ' ἀφίλως εὔφρων πόνος εὖ τελέσασιν { όμως τώρα μέσα από τα βάθη της ψυχής... }
    • στα άκρα (χεριών και ποδιών), στο δέρμα, στην άκρη του...
    • για μέλη του σώματος
    • ΟΜ Ιλ 5.336 ἄκρην οὔτασε χεῖρα...ἀβληχρήν { τη λάβωσε στην άκρη του τρυφερού χεριού }
    • ΗΡ 1.119 πλὴν κεφαλῆς τε καὶ ἄκρων χειρῶν τε καὶ ποδῶν
    • ΕΥΡ ΙΑυλ 951 οὐχ ἅψεται σῆς θυγατρὸς Ἀγαμέμνων ἄναξ͵ οὐδ΄ εἰς ἄκραν χεῖρ΄ { δεν θα αγγίξει την κόρη σου ο βασιλιάς Αγαμέμνων, ούτε με του δάκτυλου την άκρη }
    • στην επιφάνεια της θάλασσας ή νερού, στην κορυφή του κύματος
    • για θάλασσα, κύμα ή νερό
    • ΙΒΥΚ απ 49.1 κύματος ἔξοθεν ἄκρου πᾶσα κάλως ἀσινής { σαν βρίσκεται έξω από την κορφή του κύματος κάθε παλαμάρι είναι άχρηστο }
    • 2. ο πιο ψηλός, ο ψηλότερος
    • ΟΜ Ιλ 1.499 εὗρεν δ΄ εὐρύοπα Κρονίδην...ἥμενον...ἀκροτάτῃ κορυφῇ...Οὐλύμποιο
    • ΣΟΦ ΟιδΤ 1105 ὁ Βακχεῖος θεὸς ναίων ἐπ΄ ἄκρων ὀρέων
    • ΣΑΠΦΩ απ 224 τὸ γλυκύμαλον ἐρεύθεται ἄκρῳ ἐπ΄ ὔσδῳ͵ ἄκρον ἐπ΄ ἀκροτάτῳ { το γλυκόμηλο μονάχο κοκκινίζει στου κλωναριού την άκρη, στερνό στο πιο ψηλό κλαδί }
    • ΗΣ Εργ 233 οὔρεσι δὲ δρῦς ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους { πάνω στα βουνά, τους φέρνουν οι βαλανιδιές τα βαλανίδια στην κορφή }
    • 3. ενδότατος, μύχιος
    • ΕΥΡ Ιππολ 255 πρὸς ἄκρον μυελὸν ψυχῆς { στα μύχια της ψυχής του }
    • Β.
    • για χρόνο
    • 1. το πλήρες του χρόνου
    • ΣΟΦ Αι 285 ἄκρας νυκτός͵ ἡνίχ΄ ἕσπεροι λαμπτῆρες οὐκέτ΄ ᾖθον { λοιπόν μες τα μεσάνυχτα που ήταν σβηστά τα φώτα τα βραδινά }
    • 2. χρόνος που μόλις αρχίζει
    • ΠΙΝΔ Πυθ 11.10 ὀρθοδίκαν γᾶς ὀμφαλὸν κελαδήσετ΄ ἄκρᾳ σὺν ἑσπέρᾳ { να υμνήσετε τον δικαιοκρίτη ομφαλό της γης με τον ερχομό της νύχτας }
    • Γ. εξέχων στο είδος του, εξαιρετικός, υπέροχος
    • μτφ.
    • ΗΡ 5.112 Ἴωνες ἄκροι γενόμενοι ταύτην τὴν ἡμέρην ὑπερεβάλοντο τοὺς Φοίνικας { οι Ίωνες που αυτή τη μέρα αναδείχτηκαν έξοχοι, νίκησαν τους Φοίνικες }
    • ΑΙΣΧ Αγ 628 ἔκυρσας ὥστε τοξότης ἄκρος σκοποῦ { σαν έξοχος τοξότης πέτυχες το στόχο }
    • ΣΟΦ Ηλ 1499 ἐγώ σοι μάντις εἰμὶ τῶνδ΄ ἄκρος { εγώ αποδείχτηκα έξοχος μάντης για τα δικά σου }
    • ΠΛ Θεαιτ 152e τῶν ποιητῶν οἱ ἄκροι τῆς ποιήσεως ἑκατέρας { οι κορυφαίοι από τους ποιητές στα δυο είδη της ποίησης }
    • ΠΛ Νομ 833e τοὺς περὶ ὁπλομαχίαν ἄκρους
    • ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. στην κορυφή, στην επιφάνεια, στην άκρη
    • ΟΜ Ιλ 20.229 ἄκρον ἐπὶ ῥηγμῖνος ἁλὸς πολιοῖο θέεσκον { έτρεχαν πάνω στο κύμα, ψηλά ψηλά, της γκρίζας θάλασσας }
    • 2. εντελώς, υπερβολικά
    • ΞΕΝ Κυν 5.30 πόδας τοὺς πρόσθεν ἄκρως ὑγρούς { τα μπροστινά πόδια ήταν εντελώς υγρά }
    • ΠΛ Πολ 543a τῇ μελλούσῃ ἄκρως οἰκεῖν πόλει { στην πολιτεία που μέλλει να έχει τέλειο πολίτευμα }
    • ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1109a ἐπεὶ οὖν τοῦ μέσου τυχεῖν ἄκρως χαλεπόν
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΑΚΗ (=μύτη, ακίδα) >
    • Από: -ἀκ- (που υποδηλώνει την έννοια της οξύτητας και της ακρότητας) + επίθημα -ρ- + -ος.
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ε1α
    • επίθετο συγκρ. ἀκρότερος, υπερθ. ἀκρότατος
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: ἄκρον, ἀκροβόλισις, ἀκροβολισμός, ἀκροβολιστής, ἀκρόδρυα 'οπωροφόρα δέντρα', ἀκροζύγια, ἀκροθίνιον 'το εκλεκτό μέρος από κάτι', ἀκροθώραξ, ἀκροστήθιον, ἀκροφύσιον 'ο σωλήνας των φυσητήρων', ἀκρωνυχία 'η άκρη του νυχιού', ἀκρώρεια 'κορυφή όρους', ἀκρωτήριον, ἀκροτελεύτιον 'το άκρο'
      • ρήματα: ἀκροβολίζομαι 'μάχομαι από μακριά, ρίχνω ακόντια και βέλη', ἀκροθινιάζομαι 'παίρνω το καλύτερο μέρος, διαλέγω για τον εαυτό μου', ἀκροτομέω 'τέμνω τις κορυφές', ἀκρωτηριάζω
      • επίθετα: ἀκρόβολος 'αυτός που βάλλεται από μακριά', ἀκρογένειος, ἀκρόκομος ή ἀκροκόμης 'αυτός που έχει κόμη στην κορυφή', ἀκρομανής 'μαινόμενος', ἀκροπενθής, ἀκροπόλος, ἀκροπόρος, ἀκρόψιλος 'γυμνός ή φαλακρός κατά την κορυφή', ἀκροσαπής
      • επιρρήματα: ἀκρόθεν
    • ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • ιων. ἀκροκελαινιάω (απαντά μόνο στη μετοχή ἀκροκελαινιόων) 'γίνομαι μαύρος στην επιφάνεια'
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: ἀκροβελίς 'η αιχμή του βέλους', ἀκροβολία, ἀκροβόλισμα, ἀκροβόλος 'αυτός που βάλλει από μακριά', ἀκροδικαιοσύνη, ἀκροζώνη 'κράσπεδο', ἀκροκέραια, ἀκροκιόνιον, ἀκρόκλαδος, ἀκρόνηον 'το άκρο του πλοίου', ἀκρόνυξ 'η αρχή της νύχτας', ἀκροξιφίς, ἀκροπήνιον 'είδος παιχνιδιού για παιδιά', ἀκροπότης, ἀκρόπους, ἀκρόπρεμνον, ἀκρόπρωρον, ἀκρόπτερον, ἀκροπύργιον, ἀκροπυργώματα, ἀκρορρίνιον, ἀκροστιχίς, ἀκρόστιχον, ἀκροστόλιον 'το ανώτατο χείλος του σκάφους του πλοίου', ἀκροσφαίρια 'τα στρογγυλά άκρα των δαχτύλων', ἀκρόσφυρα 'είδος γυναικείων υποδημάτων', ἀκρουρανία 'η ακρόπολη του ουρανού', ἀκροφύλαξ, ἀκροχειλία, ἀκρόχειρ, ἀκροχείρισις, ἀκροχειρισμός, ἀκροχειριστής, ἀκρόχειρον, ἀκρωρία 'η χαραυγή', ἀκρωτηρίασμα, ἀκρωτηρίασις, ἀκρωτηριασμός
      • ρήματα: ἀκροβαρέω 'έχω το ένα άκρο πιο βαρύ από το άλλο', ἀκροβατέω 'περπατώ στα άκρα των ποδιών', ἀκροβηματίζω, ἀκροβολέω, ἀκροβυστέω 'είμαι απερίτμητος', ἀκροπολεύω 'διέρχομαι την κορυφή', ἀκροφαληριάω 'είμαι λευκός κατά την κορυφή', ἀκροχειρίζω 'παίρνω με τα χέρια'
      • επίθετα: ἀκροβάμων, ἀκροβατικός, ἀκρόβατος, ἀκροβαφής, ἀκροβελής, ἀκρόβλαστος, ἀκροβολής, ἀκροβύθιος ή ἀκροβύσιος, ἀκρογωνιαῖος, ἀκρόδετος, ἀκροδίκαιος, ἀκροέλικτος, ἀκρόζεστος, ἀκρόζυμος, ἀκρόθερμος, ἀκροθιγής, ἀκρόκαρπος, ἀκροκνέφαιος ή ἀκροκνεφής 'στην αρχή της νύχτας', ἀκρόλοφος, ἀκρόμαλλος, ἀκρομέθυσος, ἀκρομόλιβδος, ἀκρόνυκτος, ἀκροπαγής 'καρφωμένος κατά το άκρο', ἀκρόπαστος 'ραντισμένος στην επιφάνεια', ἀκροπαχής, ἀκρόπηλος, ἀκρόπλοος 'αυτός που πλέει στην επιφάνεια του ύδατος', ἀκρόρριζος, ἀκροσίδηρος, ἀκρόστεγος, ἀκροσφαλής, ἀκροσχιδής 'σχισμένος κατά το άκρο', ἀκροτενής, ἀκρότομος 'απότομος', ἀκρότονος 'νευρώδης, έντονος', ἀκροφαής ή ἀκροφανής, ἀκροφυής, ἀκρόφυλλος, ἀκροχανής, ἀκροχλίαρος, ἀκρωτηριώδης
      • επιρρήματα: ἀκρόθι 'κατά την αρχή', ἀκροθιγῶς, ἀκρονυγῶς 'κατά τρόπο ώστε να εφάπτονται τα άκρα', ἀκρονυχί 'με την άκρη του νυχιού', ἀκροποδητί
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • Επιτομή Λεξικού Κριαρά %ακρ%
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • ακρόβαθρον 'ακροστήριγμα', ακροβασίαι, ακροβατηδόν, ακροβατήματα, ακροβάτης, ακροβάτιδες, ακροβολιστικός, ακροβολιστικώς, ακροβρογχίτις, ακρογείσιον, ακρογενής, ακρογεφύρωμα, ακρόγραφον, ακροδετέω, ακροδετικός, ακρόδομος, ακροδωμάτιοι, ακροζυγίς, ακροθίγια, ακροθιγίσματα, ακροκαπνοσωλήνιον, ακροκέραμος, ακροκόσμημα, ακρόκρημνον, ακροκυβόλιθος, ακρολεξίδες, ακρολεξικόν, ακρολύχνιον, ακρομεγαλία 'υπερτροφία των άκρων', ακρομήρεια, ακρονοήμων, ακρόπλευρα, ακρόπλιον, ακροπλοϊκός, ακροποδιαίος, ακρόπυργος, ακρορραχία, ακρορρεπής, ακροσιγαροσυλλέκται, ακροσιφώνιον, ακροσκαφίδιον, ακροσκήνιον, ακροστεφής, ακροστήριγμα, ακροστύλιον, ακροσύρτης, ακροσφάλεια, ακροσφήνιον, ακροτεχνία, ακροτύμβιος, ακρότυπος, ακροφιλότιμον, ακροχειρίδες, ακροχήλιον, ακρωτηριαστήρ, ακρωτηριαστικός
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • Λεξικό Γεωργακά %ακρ%
      • Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής %ακρ%
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Κρ. ακραγαπώ, ακροβοηθώ, ακροθέλω, ακροποτίζω, ακροφοβούμαι, Κύπ. ακροκαθίσκω, Κάρπαθ. ακρολυπούμαι, Αίγινα ακροπίνω, Κρ. ακροδάχτυλο, Καππ. τα ακροδώματα, Πελοπ. ακρολογάω, Πόντ. άκρεν 'άκρο', τα ακροπύγια 'το κατώτερο άκρο μιας ενδυμασίας που φτάνει μέχρι την έδρα', Κορσ. ακριοστέκομαι, Θράκ. ακρουστέκουμι