Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

  • ΛΗΜΜΑ

    • ἑτοῖμος και ἕτοιμος
    • επίθετο
    • -ος, -ον και -η, -ον
    • ἑτοίμως
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • ΕΠΙΘΕΤΟ 1. έτοιμος, πρόθυμος, διατεθειμένος, τολμηρός |για πρόσωπα |με απρφ. |με εμπρόθετο προσδιορισμό |με δοτ. προσ. |απόλ. |ως ουσ. τὸ ἕτοιμον=η ετοιμότητα, η προθυμία, η αποφασιστικότητα |φρ. ἐξ ἑτοίμου=γρήγορα, αμέσως 2. προετοιμασμένος, έτοιμος για προσφορά, διαθέσιμος, σίγουρος |για πράγματα και καταστάσεις |ως ουσ. τὰ ἑτοῖμα=αυτά που υπάρχουν, τα διαθέσιμα αγαθά |ΕΠΙΡΡΗΜΑ πρόθυμα, γρήγορα, εύκολα

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • ΕΠΙΘΕΤΟ 1. έτοιμος, πρόθυμος, διατεθειμένος, τολμηρός
    • για πρόσωπα
    • με απρφ.
    • ΙΣΟΚΡ 14.28 εὐθὺς εἰς Λακεδαίμονα πρέσβεις ἀπέστελλον͵ ἕτοιμοι δουλεύειν ὄντες
    • ΘΟΥΚ 4.110.1 ἑτοῖμοι ὄντες τὴν πόλιν παραδοῦναι
    • ΠΛ Απολ 32b ἑτοίμων ὄντων ἐνδεικνύναι με { ήταν έτοιμοι να με κατηγορήσουν }
    • με εμπρόθετο προσδιορισμό
    • ΞΕΝ Απομν 4.5.12 πρὸς τοῦτο ἑαυτὸν ἕτοιμον παρασκευάζειν
    • ΔΗΜ επιστ 3.29 ἕτοιμον εἰς τὰ καθ΄ ὑμῶν πάντα
    • με δοτ. προσ.
    • ΞΕΝ ΚΑναβ 1.6.3 ὁ δ΄ Ὀρόντας νομίσας ἑτοίμους εἶναι αὑτῷ τοὺς ἱππέας
    • απόλ.
    • ΣΟΦ Αντ 217 ἀλλ΄ εἴσ΄ ἑτοῖμοι τοῦ νεκροῦ γ΄ ἐπίσκοποι
    • ΗΡ 1.10 ὁ μὲν δή͵ ὡς οὐκ ἐδύνατο διαφυγεῖν͵ ἦν ἕτοιμος
    • ως ουσ. τὸ ἕτοιμον=η ετοιμότητα, η προθυμία, η αποφασιστικότητα
    • ΕΥΡ Ορεστ 1106 τὸ γὰρ ἕτοιμόν ἐστιν͵ εἴ γ΄ ἔσται καλῶς
    • φρ. ἐξ ἑτοίμου=γρήγορα, αμέσως
    • ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.5.12 ἐξ ἑτοίμου ἀκοντίζοιεν καὶ τοξεύοιεν
    • 2. προετοιμασμένος, έτοιμος για προσφορά, διαθέσιμος, σίγουρος
    • για πράγματα και καταστάσεις
    • ΔΗΜ 8 15 ἐκεῖ δὲ μηδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἑτοίμου βοηθείας
    • ΑΙΣΧΙΝ 1.150 αὐτίκα γάρ τοι ἔπειτα μεθ΄ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος { αμέσως μετά τον Έκτορα είναι βέβαιος ο θάνατός του }
    • ΗΡ 5.31 ἕτοιμα παρ΄ ἐμοὶ χρήματα
    • ως ουσ. τὰ ἑτοῖμα=αυτά που υπάρχουν, τα διαθέσιμα αγαθά
    • ΘΟΥΚ 1.70.4 ὑμεῖς δὲ τῷ ἐπελθεῖν καὶ τὰ ἑτοῖμα ἂν βλάψαι
    • ΕΠΙΡΡΗΜΑ πρόθυμα, γρήγορα, εύκολα
    • ΙΣΟΚΡ 4. 83 οὕτως ἑτοίμως ἤθελον ἀποθνῄσκειν;
    • ΠΛ Πολιτ 290a μισθωτοὺς καὶ θῆτας πᾶσιν ἑτοιμότατα ὑπηρετοῦντας
    • ΞΕΝ ΚΑναβ 2.5.3 ὁ δὲ ἑτοίμως ἐκέλευεν ἥκειν
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΕΤΟΙΜΟΣ >
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ε2β
    • επίθετο συγκρ. ἑτοιμότερος, υπερθ. ἑτοιμότατος
    • επίρρημα συγκρ. ἑτοιμότερον, υπερθ. ἑτοιμότατα
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: ἑτοιμοκοπία 'ο εκούσιος κόπος', ἑτοιμότης
      • ρήματα: ἑτοιμάζω, προετοιμάζω
      • επιρρήματα: ἑτοίμως
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: ἑτοιμασία, ἑτοιμαστής, ἑτοιμοκόλλιξ 'αυτός που παρέχει δωρεάν ψωμί', ἑτοιμολογία, ἀνετοιμασία, προετοιμαστής, παρετοιμασία
      • ρήματα: παρετοιμάζω, προσετοιμάζω
      • επίθετα: ἑτοιμαστικός, ἑτοιμόδακρυς, ἑτοιμοθάνατος, ἑτοιμολόγος, ἑτοιμομεμφής 'αυτός που μέμφεται εύκολα', ἑτοιμοπαθής 'ευαίσθητος', ἑτοιμοπενθής, ἑτοιμόπιστος, ἑτοιμόπτωτος, ἑτοιμόρροπος, ἑτοιμόσβεστος, ἑτοιμοτόμος 'έτοιμος στο να κόβει', ἑτοιμοτρεπής 'εύκολα τρεπόμενος', ἑτοιμοτρεχής 'έτοιμος να τρέξει', ἑτοιμοφθόρος 'αυτός που εύκολα καταστρέφει', ἑτοιμόφλεκτος 'αυτός που φλέγεται εύκολα', ἑτοιμότρωτος, ἑτοιμόφθαρτος, ἀνέτοιμος
      • επιρρήματα: ἀνετοίμως
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • ετοιμενεργόν, ετοιμοβλησία, ετοιμόβουλος, ετοιμόγαμος, ετοιμοθαλής, ετοιμοθανής, ετοιμοκόπος, ετοιμοκρήμνιστος, ετοιμόλυτος, ετοιμόμαχος, ετοιμόνοια 'ετοιμότητα του πνεύματος', ετοιμοπετέστερος, ετοιμόπλους, ετοιμορράγιστος, ετοιμόσαθρος, ετοιμόσπαστος, ετοιμοσφαγής, ετοιμότοκος, ετοιμοφάγος, ετοιμοφλεγής
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Κρ. ετοιμόλογος