Greek-English Dictionary (Georgakas)

Go

Search options

Basket

Results for: άλμπατρος
1 item total
άλμπατρος [álbatros] ο, orn
  • albatross (syn άλβατρο):
    • poem δεν μπορεί πια κανείς να παρομοιάσει τους ποιητές με τους άλμπατρους, | τους πρίγκιπες αυτούς των νεφών (FBarlas)

[fr Eng albatross; s. άλβατρο]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go