Ελληνο-αγγλικό Λεξικό (Γεωργακά)

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: %σταθ%
24 εγγραφές [21 - 24]
αστάθμητο [astáθmito] το, (L)
  • sth imponderable, intangible, or unknown:
    • τα ατμοσφαιρικά αστάθμητα |
    • ό,τι προσθέτει είναι το ~εκείνο που προσκομίζει κάθε προσφορά στον πνευματικό κόσμο (Thrylos) |
    • η δικαιοσύνη .. δεν μπορεί να ζυγίσει τ' αστάθμητα (Evelpidis) |
    • δέχεσθε την πολιτική υποβολή του χώρου με τα αγωνιστικά αστάθμητα, που γεμίζουν την ατμόσφαιρά του (Fteris) |
    • όλη μου η προσπάθεια υπήρξε πάντα να προχωρήσει η Aισθητική ένα βήμα προς αυτή τη μελέτη των αισθητικών αστάθμητων (Moustoxydis)

[fr kath αστάθμητον ← AG, substantiv. n of αστάθμητος]

αστάθμητος, -η, -ο [astáθmitos] (L)
  • imponderable, incalculable, immeasurable, unknown, unfathomable (syn αστάθμιστος, near-syn άγνωστος2 1, άδηλος, ant σταθμητός):
    • ~παράγοντας imponderable or unknown factor |
    • αστάθμητη αρρώστια, γοητεία, δύναμη, επίδραση |
    • αστάθμητες καταστάσεις, λεπτομέρειες |
    • αστάθμητο μέλλον, πνεύμα |
    • αστάθμητα δεδομένα, περιστατικά, στοιχεία, συναισθήματα |
    • στον αισθηματικό τομέα απέφυγε τους κινδύνους μιας αστάθμητης σύγκρουσης |
    • στην απαγγελίαν αυτή .. συνεργούν η φωνή, η χειρονομία, η αστάθμητη ακτινοβολία της προσωπικότητας (Tsatsos) |
    • o άνθρωπος έχει αντίκρυ του .. τις αστάθμητες κινήσεις της ιστορίας (Despotop) |
    • η μακρινή ηχώ απ' αυτές τις τεράστιες προσπάθειες βρίσκεται ακόμα σχεδόν αστάθμητη (Moustoxydis) |
    • τελικά το κοινό αποφασίζει κι αυτό το κοινό είναι αστάθμητο κι αψυχολόγητο (Koufop)

[fr kath αστάθμητος ← K, AG]

αστάθμιστος, -η, -ο [astáθmistos] (L) = αστάθμητος (ant σταθμισμένος)
:
  • η ηθική ατμόσφαιρα [είναι] το σύνολο των αστάθμιστων παραγόντων που αναπνέει κανείς όταν κυκλοφορεί σε μια κοινωνία (Theotokas)

[fr kath (neol) αστάθμιστος, cpd w. *σταθμιστός (: σταθμίζω)]

άσταθος, -η, -o [ástaθos] (L)
  • unstable, variable, volatile, fickle (syn ασταθής 2):
    • άσταθη αίσθηση, γνώμη |
    • όπως έξω στο φυσικό κόσμο δεν υπάρχει τίποτε το σταθερό, όμοια και μέσα μας είναι όλα άσταθα (Theodorakop) |
    • θα διασχίσει .. αυτό το υλικό, άσταθο, ρευστό και απειλητικό περιβάλλον (Andronikos) |
    • poem ακίνητη ας μη θέλουμε καμιά απ' τις άσταθες γραμμές, | βουνοκορφές κλ (Malakasis)

[der of ασταθής]

< Προηγούμενο   1 2 [3]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες