Ελληνο-αγγλικό Λεξικό (Γεωργακά)
| 170 εγγραφές [11 - 20] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- αγιογράφος [ayioγráfos] ο, η,
- painter of holy pictures, iconographer:
- πάνω από το γήινο πίνακα που 'δωσα πρέπει να βάλω τώρα κατά τον τρόπο μερικών αγιογράφων της Aναγέννησης τη "γκλόρια" (Melas) |
- ο άνθρωπος ακολουθεί το ένστικτό του... σαν τους βυζαντινούς αγιογράφους (Theotokas) |
- poem στα ολόστρωτα της θάλασσας νερά που κύκλους γράφει |... | της ομορφιάς σου εχάθηκαν χίλιοι μαζί αγιογράφοι (Malakasis).
- painter of holy pictures, iconographer:
- Άγραφα [áγrafa] τα, geogr
- the NW district of Rumeli, villages of Evrytania:
- folks. κάτω στο Bάλτο στα χωριά, | ~ και Ξιρόμερο
[fr άγραφα χωριά i.e. 'not listed as taxable' during the Turkokratia]
- the NW district of Rumeli, villages of Evrytania:
- άγραφα [áγrafa] τα,
- unexpected things, unheard of, incredible matters:
- αυτό πια είναι από τ' ~
[fr the phr άγραφα γεγονότα 'unrecorded events', i.e. 'unique'; the phr is also dial, e.g. Lesbos, Symi]
- unexpected things, unheard of, incredible matters:
- Αγραφιώτης [aγrafjótis] ο, Aγραφιώτισσα [aγrafjótisa] η,
- inhab of Agrafa.
- αγραφιώτικος, -η, -ο [aγrafjótikos]
- of, or pertaining to, Agrafa:
- τυρί αγραφιώτικο cheese of Agrafa (cf Άγραφα).
- of, or pertaining to, Agrafa:
- άγραφος, -η, -ο [áγrafos]
- ① not written, unwritten:
- ~ κώδικας των καθιερωμένων κοινωνικών αξιών, της λογικής, των συνηθειών, της συμπεριφοράς |
- η άγραφη και η γραφτή νομοθεσία (syn εθιμική) |
- ~ νόμος unwritten law |
- ~ καταστατικός χάρτης, άγραφο σύνταγμα |
- philos άγραφα δόγματα unwritten doctrines (i.e. the oral tradition in Plato and its relation to Aristotle's critique) |
- άγραφο δίκαιο natural law |
- ~ κανόνας unwritten rule |
- prov τα γραμμένα άγραφα δε γίνονται what is destined will happen, what will be will be |
- μιαν άγραφη ίσως, αλλά θετική συμφωνία (Christidis) |
- και στα ειπωμένα και στα γραμμένα (sc λόγια μου) και περισσότερο στ' άγραφα και στα ανείπωτα (Palam) |
- ενόσω είναι η ίδια (sc η ζωή) μια άγραφη ύλη, δεν μπορεί να διαβάση την ιστορία (Theodorakop) |
- η απόλυτη θυσία, κάπου κάπου στη φανερή ιστορία ή και στην άγραφη και αφανέρωτη ζωή των ανθρώπων, αυτοσκοπός (Kanellop) |
- σύμφωνα με κάποιο άγραφο πρόγραμμα (Theotokas) |
- οι άγραφοι νόμοι των θεών (Tatakis) |
- poem κι ό,τι από μένα μείνη - μάθε το - ό,τι σημάδι, λείψανο άγραφο, γραφτό (Palam) |
- στο βαθιόν ελαιώνα | που οι άγραφοι νόμοι | πάντα αστράφταν μπροστά μου, | τον έφερα (Sikel)
- ② not listed, not entered, unregistered (ant γραμμένος):
- έχω άγραφα τα ψώνια |
- δεν έχετε κατάλογο; - όχι... έτσι μου τα έστειλαν, άγραφα κι αμέτρητα (Xenop)
- ③ not written on, unused for writing, not filled, blank:
- άγραφο χαρτί white, blank paper |
- άγραφη σελίδα unwritten, blank page |
- άγραφη πλάκα tabula rasa |
- ο νους (η ψυχή) είναι (σαν) άγραφο χαρτί (L είναι χάρτης ~) blank paper, tabula rasa |
- άγραφες σελίδες χειρογράφων |
- ~ δίσκος γραμμοφώνου blank record |
- poem πλάκα άγραφη η ζωή μου (Malakasis)
- ④ indescribable, uncommon, unique (syn L απερίγραπτος):
- poem τη διασχίζουνε και την περικυκλώνουνε ποτάμια άγραφης γοητείας, | οι δυο παράδεισοι της Mέρας και της Nύχτας
[fr MG άγραφος ← K, AG]
- ① not written, unwritten:
- άγραφτος, -η, -ο [áγraftos]
- not in writing, unwritten (syn άγραφος):
- (η μνήμη των νεκρών) άγραφτη στην καρδιά λαών και τόπων ζη (IMelas) |
- παραβιάζουν τους γραφτούς και άγραφτους νόμους (Papanoutsos) |
- ο Δίας ήταν ο προστάτης των άγραφτων νόμων, της ηθικής τάξης και των εθίμων (Kakridis transl of Nilsson) |
- poem ω δραμάτων δράματα |...| κι άγραφτα κι αφάνταστα | σας παραιτούν οι Aισχύλοι! (Palam) |
- μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη | κ' ένα στεγνό λαγύνι (Seferis)
- ⓐ not written on a list, not registered, not entered, not enrolled, unlisted, of items or persons or an organization, school etc (ant γραμμένος):
- δεν τον κάλεσαν στρατιώτη, είναι ~
[fr K ἄγραπτος, cpd w. γραπτός]
- not in writing, unwritten (syn άγραφος):
- αδελτιογράφητος, -η, -ο [a∂eltioγráfitos]
- not registered (entered, recorded) on file cards, of which a card index has not been made (syn αναποδελτίωτος, όχι αποδελτιωμένος):
- πολλά βιβλία είναι αδελτιογράφητα ακόμη
[cpd w. δελτιογραφη-τός: δελτιογραφώ]
- not registered (entered, recorded) on file cards, of which a card index has not been made (syn αναποδελτίωτος, όχι αποδελτιωμένος):
- αεροζωγραφική [aerozoγraficí] η,
- painting as if from the air above, aeropittura
[cpd. w. ζωγραφική]
- αεροτοπογραφία [aerotopoγrafía] η,
- photograph taken from airplane; aerial survey
[cpd w. τοπογραφία]



