Μελέτες 

Οι Νεοελληνικές Διάλεκτοι 

Εισαγωγικά και ειδικά θεωρητικά ζητήματα 

ΠΟΙΗΤΗΣ:Να λοιπόν, αν έχης ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχης, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαϊκά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Η βάση λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;
ΠΟΙΗΤΗΣ:Εξ αποφάσεως.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Και πως ημπορεί να γίνη αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Πόσες διάλεκτοι; πόσες; Κοίτα καλά μη σε απατήση η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τες διαλέκτους της Ελλάδας· δέκα λόγια οπού εμείς έχουμε αλλιώτικα από κείνα πόχουν εις το Μοριά, τι πειράζουν; Έπειτα ποιες είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και αλλού λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς ημπορούνε, και αλλού λένε ημπορούν· τι διαφορές είναι τούτες; δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αληθινά δεν ακούονται. - Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Τους δούλους μου βγάνεις έξω;
ΠΟΙΗΤΗΣ:Αποκρίσου, γιατί δεν ήξέρεις που αποβλέπει η ερώτησή μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Έλαβα.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Όταν ομιλούσαν τους εκαταλάβαινες;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:---
ΠΟΙΗΤΗΣ:Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα· έναν από το Γαστούνι, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χίο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το Μισολόγγι, από την Κωνσταντινούπολη, και τα λοιπά, και τους εκαταλάβαινα τόσο, οπού σχεδόν έλεγα πως είναι από τον τόπο μου.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Αμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Ήταν· και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο παρά αμαθέστατος, γράφει με τες λέξες αυτών.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Και αυτές οι λέξες…
ΠΟΙΗΤΗΣ:Και αυτές οι λέξες είναι οι ίδιες, με τες οποίες βρίσκω γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα οπού δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζη, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα κλέφτικα τυπωμένα και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά και επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμία;
ΠΟΙΗΤΗΣ:Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποιος αποφάσισε πως είναι φτωχή;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Όλοι οι σοφοί του έθνους.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δε σου φαίνονται πως ημπορούν να πάρουν λάθος;
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ:Είναι ευκολώτερο να λανθάνεσθε εσείς.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι παρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράφη άνθρωπος οπού έχει σοφία; Δεν αυθαδιάσαν να τον φωνάξουν πως ήπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματά του το πιπέρι; Τι λοιπόν μου φέρνεις έξω τους σοφούς για να με τρομάξης; Δεν είχαν εις τούτο περισσότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ιταλία που να μη σπουδάζη, για να μάθη τη γλώσσα, τον Δάντη;
Τελευταία Ενημέρωση: 19 Οκτ 2007, 11:21