Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: πάλιν
3 items total [1 - 3]
πάλιν, επίρρ.· επάλι· πάλε· πάλεν· πάλι.
  • 1)
    • α) (Τοπ., συνηθέστ. με ρ. κίνησης) πίσω, προς τα πίσω:
      • (Διγ. Esc. 310
      • να εβγεί … να φαν αντάμα οι δύο αφέντες και πάλι ας μισέψει (Απολλών. 634
    • β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «πίσω»):
      • πάλιν οπισθοπόδησα (Προδρ. I 232· Σφρ., Χρον. 2017).
  • 2) (Χρον.) ξανά, πάλι, εκ νέου, ακόμη μία φορά
    • α) (για να δηλωθεί επανάληψη μιας πράξης ή επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση):
      • (Διγ. Z 3144
      • των ανθρώπων την φυλήν πάλε να την συστήσει (ενν. ο Θεός) (Συναξ. γυν. 44
      • α φουσκώσει (ενν. η θάλασσα) μια βολά, καλοσυνεύγει πάλι (Πανώρ. Β́ 258
    • β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «ξανά»):
      • μ’ αναστεναμούς πολλούς να ξαναλέγεις πάλι (Πανώρ. Γ́ 175· Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 76
    • γ) (στην αρχή αφήγησης για να εισαγάγει τη συνέχεια ενός κεφαλαίου η εξιστόρηση του οποίου είχε διακοπεί):
      • Πάλε ας έρτομεν εις τον ρήγα (Μαχ. 23014· Χρον. Μορ. H 6817
      • φρ. αλλάττω (ή αλλάσσω) πάλιν τον λόγον (μου), βλ. αλλάσσω IΆ1 φρ.·
    • δ) (σε ιδιάζ. χρ., για να δώσει έμφαση):
      • Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, και δεύτερον σε γράφω (Προδρ. III 273‑7 χφ P κριτ. υπ.· Πουλολ. 24
      • (στο τέλος μιας μεγάλης αφήγησης):
        • Τέλος της Κρήτης ο χαλασμός και πάλι τέλος (Σκλάβ. 284· Προδρ. IV 6656 χφ P κριτ. υπ).
  • 3) (Με αντιθετική σημασ.)
    • α) (μόνο του ή έπειτα από ονόματα προσώπων και προσωπ. αντων.) εξάλλου, από το άλλο μέρος, όμως:
      • (Θρ. Κύπρ. M 686), (Χρον. Τόκκων 111
      • εκείνοι τα λαβράκια …, ημείς δε πάλιν τρώγομεν αυτό το πώς το λέγουν (Προδρ. IV 412
    • β) (συνοδευόμενο από το σύνδ. και σε υποθ. πρόταση που αποτελεί αντίθεση προς μια προηγ. υποθ. πρόταση) αν όμως:
      • (Διαθ. 17. αι. 3101
      • αν ήθελεν ευρεθεί τινάς … αφορμή να μισέψει ο λεγόμενος καλόγερος, να μπορεί να πλερώνεται …· πάλι και ήθελεν μισέψει δίχως αφορμή, να χάνει ό,τι κόπους και αγομέντα έκαμεν (Βαρούχ. 15513
    • γ) (μόνο του ή συνηθέστ. με το και ή το μα σε πρόταση που εκφράζει ισχυρή αντίθεση προς μια άλλη προηγ. πρόταση) μολαταύτα, εντούτοις, παρόλ’ αυτά:
      • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [136]), (Πανώρ. Ά 212
      • Εγώ 'μαι που σε έκρυψα, και πάλ’ εμένα βρίζεις; (Αιτωλ., Μύθ. 12624
      • ελόγιασα να σκοτωθώ … Μα πάλι δεν ηθέλησα να χάσω τη ζωή μου (Ερωφ. Δ́ 217).
  • 4) (Για να δηλωθεί αμοιβαιότητα, διαδοχή, χρονική ακολουθία) με τη σειρά, στη συνέχεια, έπειτα:
    • (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 609
    • ο Πώρος τον απεκρίθη και είπε πάλε του Φιλόνη (Διήγ. Αλ. E (Konst.) 9314).
  • 5) (Με προσθετική σημασ.) ακόμη, επίσης, επιπλέον:
    • εθλίβη το μεγάλως (ενν. ο πρίγκιπας)· το πρώτον … ότι ήτον (ενν. ο ανεψιός του) καλλιότερος εις όλους τους στρατιώτες … και πάλε, διατό … απίστησεν τον αφέντη του (Χρον. Μορ. H 3256· Χρον. Μορ. H 8952
    • (σε προεξαγγελτική παράθεση):
      • πάλε άλλο χειρότερον …,·με τριακόσιους εκέρδισε χιλιάδες δεκαπέντε (Χρον. Μορ. H 5010
    • (για να εισαγάγει νέο κεφάλαιο στην αφήγηση):
      • Πάλιν πώς εσκοτώθηκεν ο Κύρος άκουσέ το (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 611).

[αρχ. επίρρ. πάλιν. Ο τ. ‑ε στο Somav. (‑αι) και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. ‑ι ήδη μτγν. και σήμ. Η λ. και σήμ. ποντ.]

παλινδρομώ.
  • Επανέρχομαι, επιστρέφω:
    • ουδόλως ηγάπησεν αυτήν (ενν. ο Ιωάννης Παλαιολόγος τη γυναίκα του) …· όθεν και προς τον ίδιον επαλινδρόμησε πατέρα (Ιστ. πολιτ. 68).

[αρχ. παλινδρομέω. Η λ. και σήμ. λόγ.]

παλινοστώ.
  • Επιστρέφω στην πατρίδα:
    • καταστρέψας (ενν. τους εχθρούς) προς υμάς γοργόν παλινοστήσω (Καλλίμ. 2315).

[μτγν. παλινοστέω. Η λ. και σήμ. λόγ. (‑νν‑)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go