Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: κομπάσο
1 item total
κομπάσο το.
  • Διαβήτης:
    • (Ζήν. Α´ 101).

[<ιταλ. compasso. Η λ. στο Meursius και σήμ., καθώς και τ. κου-]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go