Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: γνωρίζω
1 item total
γνωρίζω· αγνωρίζω· αγρωνίζω· γρωνίζω· εγγνωρίζω· εγνωρίζω· ηγνωρίζω.
  • I. Ενεργ.
    • 1) Γνωρίζω, ξέρω:
      • (Λίβ. N 1546), (Ασσίζ. 2918).
    • 2) Μπορώ (να κάμω μια ενέργεια):
      • ο κατ’ αλήθειαν φίλος, οπού εγνωρίζει να πονεί του φίλου του τους πόνους (Λίβ. Esc. 3072).
    • 3) Γνωρίζομαι με κάπ., ξέρω κάπ.:
      • Κυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζα (Ερωτόκρ. Β´ 505).
    • 4) Γνωρίζω (ως ερωτικό σύντροφο):
      • εγώ άνδρα δεν εγνωρίζω (Χριστ. διδασκ. 73).
    • 5) Αναγνωρίζω κάπ. ή κ.:
      • είδεν ο Ιωσέφ τους αδερφούς του και εγνώρισέ τους (Πεντ. Γέν. XLII 7
      • ουδέν επείκαζεν καλά να αγνωρίσει την ασθένειάν του (Ασσίζ. 1836).
    • 6) Ξεχωρίζω:
      • πώς αγρώνισεν (ενν. τον τίμιον σταυρόν) του Χριστού απέ τους ληστάδας (Μαχ. 422).
    • 7) (Προκ. για σφάλμα) αναγνωρίζω, ομολογώ:
      • (Μαχ. 16623).
    • 8) Θεωρώ, αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάπ. ή κ. ως …:
      • πολεμάρχους θαυμαστούς εσάς να σας γνωρίζου (Τζάνε, Κρ. πόλ. 57224
      • αφέντης εγνωρίσθη (Κορων., Μπούας 80· Φορτουν. Ε´ 95).
    • 9) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι:
      • το βεργίν εγνώρισεν (ενν. η Ροδάμνη) ότι απ’ εκείνον ένι (Λίβ. P 1337
      • τώρα αγρωνίζω φανερά το πειν του αμιράλη ως τα έργατά του (Μαχ. 4804).
    • 10) Βεβαιώνομαι, πείθομαι:
      • χωρίς να γρωνίσει και έχει δίκαιον; (Μαχ. 2603).
    • 11) Μαθαίνω:
      • εκείνον τον νεκρόν να τον ανασκάψουσιν, διά να αγνωρίσουν πώς επέθανεν (Ασσίζ. 244).
    • 12) Γνωρίζω, νιώθω κ.:
      • να μηδέν έχει ανάπαψη στον κόσμο γνωρισμένα (Πανώρ. Ε´ 90).
    • 13) Ανακοινώνω:
      • προαπήλθεν εις τον αμιράν και εγνώρισεν ότι θέλει γενέσθαι την αγάπην (Σφρ., Χρον. 265).
  • II. (Μέσ.) αναγνωρίζω, παραδέχομαι κ.:
    • αγνωρίζεται την εγγυμασίαν άνευ δυναστείας μαρτύρων (Ασσίζ. 603).

[αρχ. γνωρίζω. Ο τ. γρω‑ στο Meursius (γρο‑). Οι τ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. γνω‑). Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go