Μελέτες 

Οι Νεοελληνικές Διάλεκτοι 

Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της νέας ελληνικής 

Περιεχόμενα

1. Ρόδος

α. Παροιμίες

  • Εκειά πο'σ σε σπέρνουν να μην νεμμάς (= να μη φυτρώνεις)
  • Όπου καεί στηφ φακκή φυσά και τον αξύαλον (= το γιαούρτι)
  • Με τομ πιο μεάλος σου σκόρdα μηφ φυτέβγης.
  • Τα πίσω αππίδια έχουν νουρές.
  • Δυο γαδάροι εμαλλdώννας σε ξένον αχερώνα.
  • Εν ε μπορεί να χτυπήση τον γάδαρον και χτυπά το σουμάριν.
  • Όπου κράσσουμ πολλdοί πετεινοί ργίζει να ξημερώσει.

Πηγή: Παπαχριστοδούλου, Χ. Ι. 1969. Λεξικογραφικά και λαογραφικά Ρόδου. Λαογραφία, Παράρτημα 7. Αθήνα.

β. Ανέκδοτα / Αστείες διηγήσεις

  • Τοχ χειμώναμ που κρύωνεν ο σκύλλdος εμάιφτην κουλλdούριλ -λdε- τοσοδά σπιτάκιν κι' εν εξιώθηκα ούλλdον το καλοκαίριν να το κάμω. Άμαν ήρτεν το καλοκαίριν έβρασεν κι' εξάπλωσεν -λdε- ού πού ννάβρω να κάμω τόσηδ δα σπιτάκλα!
  • Η κατσίκα και το πράττον επάινναμ μαζί μιαβ βολάν. Κεια που πάινναν ηύραν ένα αρυακάκιν· επήεν να σαρτ'αη το πράττον κι' εφάνηκε το θηλυκόν το με το σήκωμα της νουράς του. Είεν το η κατσίκα κι' έσκασε στα γέλια -λε- ού, εφάνηεν ο κώλος της! Εγύρισεν το πράττον και κάμνει της λε - ά, επρόκαμες. Εσύ δείχνεις τον ούλλdη μέρα κι' εν είναιν τίποτα κι' εμέναμ που πήα να σαρτάρω κι' εφάνηκεν, εκαλοφάνης σου;

Πηγή: Παπαχριστοδούλου, Χ. Ι. 1969. Λεξικογραφικά και λαογραφικά Ρόδου. Λαογραφία, Παράρτημα 7. Αθήνα. Σελ 151 & 175.

γ. Αφηγήσεις

Από το χωριό Μαρίτσα (βορειοανατολική Ρόδος)

Είσε δgιο γριές jεναίτσες τσ' είχασι δgιο παιδάτσα. Δίννουν-da μιαν ημέραν gομμάτι ψωμάτσι, τσ' έπεψαν-dα στα ξύλα.
- Να πάτε jε-μου να φέρετε ξυλαράτσα, τσ' είναις σειμώνας.
- Ετσά που πααίννασιμ, bανdήχνει-τα έναj jερονdάτσι· λέει τα:
- Ώρα καλή παιδgιά μου.
- Καλώς-τον, τομ μbάρbα.
- Πού με το καλόμ bαιδάτσα-μου;
- Πάμεν να φέρουμε ξυλαράτσα.
- Μμ' εν έσετε τσαι κομμάτι ψωμάτσιν να με δώκετε;
Έπjασεν ο ένας πούσεν -ε- στον gόρφον-dου, τσ' έδωκεν-dου doj jέρο ψωμάτσι.
- Μμ' εσύ εν έσεις jε- μου; ερώτηξεν dον άλλdο.
- Λε, «μμ' εέδ δεμ μ' έωκεν η μάνα μου»· τσ' ετσείνος είσεν-dο στον gόρφον-dου.
― Αμέστε στο καλόμ bαιδάτσα μου.
Πάλε ποϋρίζει που την άλλdημ μερgιάν ο jέο, πανdήχει-τα πάλε.
- Ώρα καλή, παιδgιά μου.
- Καλώς-τον, τομ μbάρbα.
- Πού με το καλόμ bάτε;
- Πάμεν να φέρουμε ξυλαράτσα.
- Μμ' εν έσετε τσαι κομμάτι ψωμάτσιν να με δώκετε; (Εjένην αλgώς ο jέρος τσ' εν dον-εγρωνίσαν dα παιδgιά, jατ' ήταν ο Χριστός).
Ο ίδgιοσ που τον-έδωκεμ bρώτα λε: «εβώ έχω», τσ' έβgαλεν

Πηγή: Tsopanakis, A. 1940. Essai sur la phonétique des parlérs de Rhodes. Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbücher 40. Αθήνα. Σελ. 167.

δ. Δημοτικά τραγούδια

Πηγή: Παπαχριστοδούλου, Χ. 1962. Ανάλεκτα.
Αθήνα. («Δημοτικά τραγούδια της Ρόδου». Ανάτυπο από το περιοδικό Λαογραφία 8 (1959) και 9 (1960).

Ακριτικά

Ο Διενής κι ο χάρος

Ο χάρος μάυρα φόρεσεμ, μαύρα καβαλλdικέβg'ει,
μαύρο σπαθίν εζώστηκε, στο παναΰριμ πάει.
- «Καλώς τονε τόχ χάρονταν, να φάη, να πιή, με τα μας·
να φάη αγριοκεράμιδομ που τρων οι αντρειωμένοι».
- «(Δ)εν ήρτεδ δω ο χάροντας να φάη, να πιή με τα σας,
μόνον ήρτεν ο χάροντας τον καλ'g'οσ σας να πάρη».
- «Για πες μας, πες μας, χάροντα, ο καλ'g'οσ μας ποιος είναι;»
- «Θωρείς τον κείνον τον κοντόν, τοχ χαμηλλdοβρακάτον,
πούχει τηγ γούνναν κόκ'κ'ινην, τα γένια άνω κάτω;
Εκείνος είν' ο καλ'g'ος σας κι' ήρτα να τον επάρω».
― «Ναβgετε να μπαλαίσετε σ' έναμ πλατύμ μεϊτάνι(ν)».
Ήβgασιν να μπαλαίσουσιν σ' έναμ πλατύμ μεϊτάνι(ν)
κι ο χάροντας βαρέθηκε στου Διενή τα χερg'α.
Εφτά παΐδες του σπασεν και τρεις νευροκεντήτες.
Χρουσός ατός εγίνηκε στους ουρανούς ενέβη(ν).

Δημ. Ζαρβός (Κρεμαστή), ετών 80

Το Γιαννάκι

Κάτω στες κρύες βρύσες, στα κρύα τα νερά,
κοίττεται το Γι̯αννάκιν τ' Αντρονικολ'gι̯ό(ν).
Τούρκοι τον τριγυρίζουν και Ρωμι̯οί τον κλαίν.
- «Γι̯άννη, εν έχεις μάναν, έν έχεις αερφούς
και μι̯αν καλήγ γεναίκαν να ρτη γι̯α να σε γη;
Δόξου και την καλή του, τηγ γεναίκαν του,
με δgυ̯ό παιδgι̯α στον νώμον κι ένα στο βυζί(ν)
κι' άλλdον κλουθά που πίσω και ζητά ψωμί(ν).
- «Γι̯άννη, δέσ σου το είπα, εσ σου το μήνυσα,
στομ πόλεμομ μήμ πάης και σκοτώσουσ σε;»
- «Σώπα, καλέ γεναίκα και ντροπι̯άζεις με·
μήπως και ήταν ένας, μήπως και ήταν δgυ̯ό;
αυτοί ήταν τρεις χιλ'gι̯άες κι εβώ ήμουμ μοναχός.
Ούλλdους εσκότωσα τους κι' ένας μ' εσκότωσε(ν),
κι' ο άθλιος εκείνος, αερφός μου ήτανε.
Βάλλdει λαού ποδάρgι̯α, κι' αετού φτερά,
βάλλdει αλαφίνας μμάτι̯α κι' εν εφαίνουντα(ν).
Στα μάρμαρα επάτιεν κι' εσκονίζουντα(ν),
στους ουρανούς επέταν κι' εσαΐττεβgε(ν)».

Αγαπητός Μαστρογιαννάκης (Σάλακος)

ΣΗΜ. Στ. 5. να σε δη > να σε γη. 6. δέξου > δόξου = να την. 8. ακολουθά > κ(ο)λουθά. 13. εγώ > εβώ. 18. επάτιε αντί επάτειε (απλούστερα). 19. σα(γ)ιττεύω = τοξεύω. Πρβ. ΙΙ. Ε. αριθ. 71 «ο Γιάννος τ' Αντρόνικου». Γνευτού Τραγ. Ροδ. σ. 1 «ο Γιάννης τ' Αντρόνικου». Δρακίδου Ροδιακά σ. 103. Βρόντη Ροδ. σ. 76-77. Λαογρ. ΙΑ΄ σ. 164, ΙΓ΄ σ. 48-50.

Ερωτικά

Το φιλί

Ο νι̯ός κι' η κόρη ομιλούν απού το παναθύρι(ν),
ο νι̯ός εζήτηξεφ φιλίν κι' η κόρη δαχτυλίδι(ν).
- «Μήθ θαρείς κι' είμαι χρουσοφός και κάμνω δαχτυλίδgι̯α,
να τα δωρίζω δω και κει γι̯α μμάτι̯α και τα φρύδgι̯α;»
- «Μήθ θαρείς κι' είναιν το φιλίν ―ούλλdοι να το τρυούνε;
όπου το δώσω το φιλί (δ)ική του θα λοούμαι».
- «Δώσ' μου το, κόρη, το φιλίδ' δώσ' μου το του καϋμένου
και τάξι πως εδώρισες ψυχήν αποθαμμένου».
- «Δεσ σου το δίννω το φιλίν, καλ'gι ας το πάρη αδέρας,
να σου το δώσω μι̯αφ φοράν, το θέλεις καθημμέρα».
- «Δωσ' μου το, κόρη, το φιλίν, αθ θεννά μου το δώσης,
το έρημόσ σου το φιλίμ μπριχού α με θανατώσης».
- «Δέσ σου το δίννω το φιλίγ, γιατ' είσαι κοπελλdάκι(ν)
και τρέχει ο νους σου δω και κει σαν το νερό στ' αυλάκι(ν)».
- «Δωσ' μου το, κόρη, το φιλίμ, μήπως κι' εγόρασές το;
της μάνας σου προυκι̯όν ήτον κι' εκληρονόμησές το».
- «Δεσ του το (δ)ίννω το φιλίμ με δίχως περικάλ'gι̯α(ν)
γι̯ατί θα πάεις να καυκιστής μέσα στα παλλdηκάρgι̯α».
- «Δώσ' μου το, κόρη το φιλίν κι εγώ εν το καυκιούμαι,
αν ίσως και το καυκιστώ, άθρωπος δέλ λdοούμαι».
- Να το φιλίν και φίλησε, να τα βυζιά και πιάσε
κι' αν ίσως και το καυκιστής, άθρωπος δελ λdοάσαι».
- «Το έρημόσ σου το φιλίν, όποι̯ος κι' αν το φιλήση,
μαραίνουνται τα χείλη του και δε μπορεί α μιλήση.
Εφίλησά με, μμάτι̯α μου, κι επήρα τον αθθόσ σου,
τώρα παντρέψου κι' έπαρε τον αγαπητικόσ σου».
- «Μήπως και που με φίλησες και θα κοπή η μοίρα;
εμέναμ με περικαλούν του περβολ'gι̯ού τα μήλα».

Ν. Γ. Πεταυράκης (Σάλακος)

ΣΗΜ. Στην κοινή ομιλία λένε: δώσε, δώσ' και ώσ', δίννω-γίννω, (δ)εν: «έσ σου το γίννω»= δεν σου το δίνω· εγώ > εβώ, αγοράζω > βοράζω. 8. τάξι πως (<τάξε) =πες πως, σαν να. 9. κάλλιον. 10. κάθε ημέρα. 17. περικαλώ-(η) περικάλια=παρακαλώ, παρακάλια με παρετ. από την πρόθ. περί. Το ποίημα έχει δημοσιεύσει η Αθηνά Ταρσούλη στο έργο της «Δωδεκάνησα», τ. Α΄, σ. 111, από το χειρόγραφό μου της Γλωσσ. Εταιρείας αριθ. 534.

Της αγάπης

Τί μ' ωφελούν τα δέντρη και της Ρόδος τα καλά,
σάδ δε βλέπω το πουλλdίμ μου, την ημέρα μι̯άβ βολά(ν);»

Ι. Παπαχρη. (Σάλ.)

ΣΗΜ. τα δέντρη (όπως και τα κάστρη, κατά τα εις -η ουδέτερα) εύχρ. στα παραμύθια και τις παροιμιώδικες φράσεις «έκλαιεν και τα δέντρη εμάραινε».

Δίστιχα

Και τα τραγούδgια λόγια' ναιν, καρdιές παρηορούσι(ν)
σαν τες ψυχές που καρτερούμ παράδεισον να δούσι(ν).

Του γλεντιού (τάβλας)

Εμείς δεν ήρταμεν εδώ να φάμεν και να πιούμε(ν),
μόνοσ σας εγαπούσαμεν κι' ήρταμε να σας γι̯ούμε(ν).

Του χορού «σούστα»

Σκληρή δεν εβαρέθηκες τα μου χεις καμωμένα
Κι' ακόμα θέλεις να τα γιής τα μμάτια μου κλαμμένα;
Η αγάπη δεν είναιδ δεντρίδ, δεν είν' αθθός να ππέση,
Μόνον ειβ' βάτοι και καλδgι̯ά, χολή στόμ που μπερdέψη.
Λυπήσου με το άμοιρο(ν)
και κλείσε το πανάθυρον.

Θάλασσα

Η αγάπη θέλει φρένωσηθ, θέλει ταπεινοσύνη(ν),
θέλει λαού πατήματα, πουλ'gιού γληορωσύνη(ν).

Νανουρίσματα

Κρητηνίας (τ. Καστέλλου)

Κοιμήσου κι' επαράγγειλα κούνι̯αμ μαλαματένη(ν)
και πάπλωμαμ μεταξωτόν και νάκκαν ασημένη(ν).
Κοιμήσου, γι̯έ μου, να θραφής, να γένης παλλdηκάρι(ν)
και τα προυκι̯ά λημένουσ σε' κι' οι κόρες καρτερούσ σε.
Κοιμήσου που να νεθραφής με μάναν και με κύρη(ν),
που να σε γι̯ω πραματευτή στης Πόλης τ' αργι̯αστήρι(ν).
Κοιμήσου κι' επαράγγειλα στη Σμύρνην τα προυκι̯ά σου
και στην Κωνσταντινούπολην τα μαλαματικά σου.

Σατιρικά-Σκωπτικά

Οι τρεις αδερφάδες

Τρεις αδερφάδες ήμασταν - τ' αδόνιν, τ'αδόνι(ν)
κι οι τρεις θα παντρεφτούμεν - τ' αδόνιν, τ' αδόνι(ν).
Η μιά παίρνει τοβ βασιλ'g'ά(ν)
κι' η άλλdη έναγ γυφτάκι(ν),
η τρίτη η μικρότερη
κι' απ' όλλdες ομορφότερη,
παίρνει έναγ γεροντάκι(ν).
Στου βασιλ'g'ά ψήνουν αρνιά, στου γύφτου πιργουράκι(ν),
του γέρου του κακόμοιρου του ψήννουν κουρκουτάκι(ν).

Αλ. Λουϊζίδης (π. Ρόδος)

ΣΗΜ. Στ. 9 πιργούρι (αραβοτουρκ. bulgur) = σιτάρι αλεσμένο, που προηγουμένως το βράζουν και το ξηραίνουν στον ήλιο· το μεταχειρίζονται για πιλάφι, σούπα (τσουβράς) κ.λ.π. 11. κουρκούτι = χυλός από αλεύρι και νερό, ψημένο με λάδι.

Τελευταία Ενημέρωση: 11 Ιαν 2007, 15:20