Βιβλιογραφία

Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία 

 

Στο πρώτο μέρος του άρθρου γίνεται αναδρομή σε παλιότερες προσπάθειες για έκδοση σειράς αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων: στην Ελληνική Βιβλιοθήκη του Αδ. Κοραή, τις εκδόσεις του Νεόφυτου Δούκα, την ανεπιτυχή απόπειρα του Πανεπιστημίου Αθηνών να διαχειριστεί για τον σκοπό αυτό τη δωρεά του Δημητρίου Μπερναρδάκη, τη Ζωγράφειο Ελληνική Βιβλιοθήκη, τις εκδόσεις του Γεώργιου Μυστριώτη και τέλος τη Βιβλιοθήκη Φέξη, τη μόνη, αν εξαιρεθούν οι αρχαϊστικές παραφράσεις του Δούκα, που συνοδεύει το αρχαίο κείμενο με μετάφραση. Στο δεύτερο μέρος περιγράφεται η ίδρυση της Ελληνικής Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Αθηνών και δίνεται ο εσωτερικός κανονισμός, που ορίζει τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι εκδόσεις αρχαιοελληνικών κειμένων που θα περιληφθούν στη σειρά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα όσα ορίζονται για τη μετάφραση, που σε μεγάλο βαθμό απηχούν τις απόψεις του ίδιου του Συκουτρή, αφού αυτός είναι ο συντάκτης του κανονισμού:

«Ιδιαιτέραν σημασίαν αποδίδει ο ισχύων κανονισμός εις την μορφήν της μεταφράσεως. Τον δουλικόν και μέχρι παραβιασμού του συγχρόνου γλωσσικού αισθήματος τρόπον "πιστής" αποδόσεως του κειμένου, όπως συνηθίζεται διά λόγους παιδαγωγικούς εις το σχολείον, αποκλείει απολύτως. Η μετάφρασις πρέπει ν' αναγιγνώσκεται και καθ' εαυτήν ως ζωντανόν και γλαφυρόν νεοελληνικόν έργον και ν' αποδίδει όχι μόνον τα νοήματα του πρωτοτύπου (και ταύτα όχι αδρομερώς), αλλά και τον τόνον και τας αποχρώσεις αυτού, ακόμη και κάτι από τας παρεχομένας υπό του έργου αισθητικάς συγκινήσεις, όπου το πράγμα είναι δυνατόν. Αφ' ετέρου όμως δεν πρέπει να έχει τον χαρακτήρα λογοτεχνικής μεταφράσεως, αν με τον όρον αυτόν εννοούμεν ελευθέραν και δημιουργικώς τολμηράν αναχώνευσιν του όλου έργου σύμφωνα με τας συνηθείας και τας αξιώσεις της σημερινής λογοτεχνικής παραγωγής. Θα είναι λοιπόν μετάφρασις φιλολογική μάλλον ή λογοτεχνική, όπως ισχύει και διά τα παρόμοια δημοσιεύματα του εξωτερικού, π.χ. την Collection Budé.

Εις την διάκρισιν αυτήν προέβη διά δύο σοβαρούς λόγους η Ακαδημία:

6. Αν έθετεν ως αξίωσιν αι μεταφράσεις της να είναι λογοτεχνικαί, θα συνέβαινεν εν από τα δύο: ή θα συνειργάζοντο εις την έκδοσιν της Ελληνικής Βιβλιοθήκης μόνον εκείνοι, οι οποίοι συνδυάζουν εις το πρόσωπόν των επιστημονικόν φιλολογικόν καταρτισμόν και λογοτεχνικά χαρίσματα ―δηλαδή πρόσωπα, τα οποία και οσάκις υπάρχουν, αποτελούν και εις τα μεγάλα έθνη της Ευρώπης σπανιωτάτας εξαιρέσεις. Θ' απεκλείοντο επομένως σχεδόν όλοι οι φιλόλογοι. Ή ―το χειρότερον― θα εφαίνετο η Ακαδημία παραθαρρύνουσα ό,τι ωνόμασ' ανωτέρω "λογοτεχνικόν παλιμπαιδισμόν", την γελοίαν και επιζήμιον άμιλλαν περί την κατάκτησιν αμφιβόλου θαλερότητος λογοτεχνικών δαφνών υπ' ανθρώπων γερόντων ή αφυών προς τοιούτου είδους πνευματικήν εργασίαν, οι οποίοι άλλως θα ηδύναντο να προσφέρουν ως επιστήμονες αξιολόγους υπηρεσίας.

7. Αι λεγόμεναι λογοτεχνικαί μεταφράσεις, τοποθετούσαι τα αισθητικά κριτήρια υπεράνω της αξιώσεως περί ορθότητος και ακριβείας, είναι συνήθως τολμηραί και απομακρύνονται πολύ του πρωτοτύπου. Ενώ αι μεταφράσεις της Ελληνικής Βιβλιοθήκης δεν παρέχονται καθ' εαυτάς εις το κοινόν, αλλ' αποβλέπουν να βοηθήσουν εις την κατανόησιν του συνεκδιδομένου αρχαίου κειμένου τους αναγνώστας, οι οποίοι δεν ημπορούν να το διαβάσουν χωρίς αυτήν. Επέχουν άρα θέσιν ερμηνείας συνεχούς (interpretatio continua) και δεν επιτρέπεται ν' απομακρύνονται πολύ από την κυριολεκτικήν, κατά το δυνατόν, απόδοσιν αυτού.

Η διαφορά είναι εμφανής ιδίως εις τας μεταφράσεις των ποιητών. Λογοτεχνική μετάφρασις αρχαίου ποιητού δεν είναι νοητή παρά μόνον εις στίχους. Έμμετροι όμως μεταφράσεις, με τας ελευθέρας αποδόσεις, τας παραλείψεις και τα παραγεμίσματα και με όσα άλλα επιβάλλει και δικαιολογεί η ποιητική μορφή, δεν βοηθούν τόσον καλά να καταλάβεις το αρχαίον κείμενον. Αποτελούν, και όταν ακόμη (ή μάλλον, όταν ιδίως) είναι αληθινά δημιουργικαί και επιτυχείς, έργα λογοτεχνικά αυτοτελή, μετενσαρκώσεις, όχι μεταμφιέσεις απλάς, του πνεύματος του πρωτοτύπου. Ο αμφιβάλλων ας δοκιμάσει να μελετήσει π.χ. το αρχαίον κείμενον του Αισχύλου με την βοήθειαν μόνης της ωραιοτάτης άλλως μεταφράσεως του Ι. Γρυπάρη· θα δυσκολευθεί πολύ. Και όμως πόσαι από τας κυκλοφορούσας ποιητικάς μεταφράσεις αποδίδουν το πνεύμα του πρωτοτύπου όπως εκείνη;» (σ.390-391).

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Σ. ΤΣΕΛΙΚΑΣ