Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Στην εισήγησή του ο Σινόπουλος επιχειρεί να εντοπίσει τα πιθανά αίτια της "αντιμεταφραστικής παράδοσης" που κυριαρχεί στον χώρο των εκκλησιαστικών ύμνων. Κατά την άποψή του, το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε με την αμφισβήτηση της αξίας των ύμνων, για τους οποίους πολλοί μελετητές έχουν εκφραστεί επαινετικά, ούτε με την αντίληψη ότι οι ύμνοι κατανοούνται από τον λαό, επομένως δεν χρειάζονται μετάφραση. Tα αίτια που θεωρούνται πιθανά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: (α) σε ιστορικά, όπου εντάσσονται συλλογικές προκαταλήψεις και αντικειμενικές δυσκολίες που επηρέασαν την πρόσληψη των ύμνων, και (β) σε τεχνικά, που αφορούν στις αυξημένες μεταφραστικές δυσκολίες που παρουσιάζουν τα κείμενα αυτά.
Στην κατηγορία των ιστορικών αιτίων εντάσσονται: (α) η προκατάληψη των μελετητών, που ώς τις αρχές του 19ου αι. κατέτασσαν τους εκκλησιαστικούς ύμνους στον πεζό λόγο και όχι στην έμμετρη ποίηση, επειδή αδυνατούσαν να κατανοήσουν το τονικό και όχι προσωδιακό μέτρο τους· (β) η απουσία κριτικών εκδόσεων· (γ) η προκατάληψη και η περιφρόνηση προς τα δημιουργήματα του Μεσαίωνα, που ξεκινά από τον Διαφωτισμό· (δ) η άγνοια, εκ μέρους των λογίων, των λειτουργικών βιβλίων· (ε) η παρεξηγημένη γλωσσική απλότητα των ύμνων, που, ακόμη και στην περίπτωση των αρχαιοπρεπών κανόνων, απέχει αρκετά από την κλασική ελληνική· (ς) η σύγχρονη θρησκευτική αδιαφορία.
Στα τεχνικά αίτια περιλαμβάνονται οι εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζει το συγκεκριμένο είδος κειμένων κατά τη μετάφρασή του:
(α) Oι εκκλησιαστικοί ύμνοι, παρότι η μετρική μορφή τους είναι τονική και όχι προσωδιακή, δεν μπορούν να ενταχθούν ούτε στην παραδοσιακή νεοελληνική στιχουργική, γιατί έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ποικίλους, μετρικά και ρυθμικά, στίχους, ούτε στην ποίηση τη γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, γιατί εντάσσονται σε ευρύτερα δομικά συστήματα, όπως είναι το κοντάκιο και ο κανόνας. O μεταφραστής τους, επομένως, θα πρέπει να κινηθεί σ' ένα αισθητικό κλίμα λίγο πολύ ξένο γι' αυτόν.
(β) H μετάφραση των εκκλησιαστικών ύμνων αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση της ενδογλωσσικής μετάφρασης και θα μπορούσε να ονομαστεί "ενδοτονική", γιατί επιτελείται στα πλαίσια της ίδιας τονικής μορφής της γλώσσας μας. Aυτό σημαίνει ότι ο μεταφραστής, πέρα από τις γενικότερες δυσκολίες που παρουσιάζει η μετάφραση της ποίησης, θα έχει να αντιμετωπίσει και ειδικότερα προβλήματα που θέτει η ενδογλωσσική μετάφραση, όπως η μετάφραση λέξεων που έχουν διατηρηθεί έως σήμερα, με διαφορετικό όμως σημασιολογικό περιεχόμενο, ή η ανάγκη να δοθεί στη μετάφραση η αίσθηση της παλαιότητας που υποβάλλει το πρωτότυπο.
(γ) Επειδή η μετάφραση των εκκλησιαστικών ύμνων ορίστηκε ως "ενδοτονική", έχει χρέος ο μεταφραστής να διατηρήσει στη μετάφρασή του τη μετρική μορφή του πρωτοτύπου.
(δ) O μεταφραστής θα πρέπει να λάβει υπόψη του και τη λειτουργική χρήση των εκκλησιαστικών ύμνων και τις δεσμεύσεις που αυτή συνεπάγεται για τον ίδιο. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει την περίπτωση λέξεων ή συντάξεων ακατανόητων ίσως από τον σημερινό ακροατή, αλλά οικείων εξαιτίας της λειτουργικής τους χρήσης. Eπίσης, η μετάφρασή του θα πρέπει να συνυπολογίζει και τη μελωδία των ύμνων, γιατί αυτή επηρεάζει τη μετρική μορφή τους: ανισοσύλλαβοι στίχοι ισοδυναμούν μετρικά, γιατί η περίσσεια ή η έλλειψη συλλαβών θεραπεύεται με τη μουσική παράταση ή σύντμηση της φωνής.
(ε) Tέλος, «ο ιδεώδης μεταφραστής είναι ανάγκη να ξέρει ότι πρέπει να εξαφανίσει τον εγωισμό του και να δανείσει τη γλώσσα του στον μεταφραζόμενο συγγραφέα» (σ.254), όπως κάνει και ο ηθοποιός με τους ποικίλους ρόλους που υποδύεται. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι ο μεταφραστής διαθέτει ορθόδοξο θρησκευτικό βίωμα και πνευματικότητα, για να μπορέσει να αποδώσει την πνευματικότητα των υμνογράφων.
Χρήσιμη παρουσίαση των αιτιών που προκαλούν μεταφραστική αδιαφορία απέναντι στους εκκλησιαστικούς ύμνους, καθώς και των δυσκολιών που θα έχει να αντιμετωπίσει ένας μελλοντικός μεταφραστής τους.



