Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Αντικείμενο της μελέτης, όπως δηλώνεται και στον τίτλο της, είναι η διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από μετάφραση στη Μέση Εκπαίδευση. Στο πρώτο μέρος της κρίνεται το ισχύον Πρόγραμμα Σπουδών και εντοπίζονται θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν τόσο από τη σύνταξη και το περιεχόμενο των εγκεκριμένων για το μάθημα σχολικών εγχειριδίων, όσο και από τις «Οδηγίες για τη διδακτέα ύλη και τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και το Λύκειο». Στο δεύτερο μέρος προτείνεται η αναδιοργάνωση του μαθήματος και η επέκτασή του στο σύνολο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ενδιαφέρον για το θέμα της μετάφρασης παρουσιάζουν κυρίως οι σ.57-60, όπου κατατίθενται κάποιες προγραμματικές θέσεις σχετικά με τη λειτουργία της μετάφρασης:
1. Το μεταφρασμένο κείμενο συνιστά αυτόνομο κείμενο, το οποίο οφείλει την ύπαρξή του στο αρχαιοελληνικό πρωτότυπο. Πρωτότυπο και μεταφρασμένο κείμενο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δύο ανεξάρτητα από γλωσσική άποψη προϊόντα, τα οποία προκύπτουν από μια ταυτόσημη ή πολύ όμοια κατάσταση.
2. Προτείνονται τρία κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατόν να αξιολογηθεί το μεταφρασμένο κείμενο ως αυτόνομο κείμενο:
- Αν η μετάφραση ανταποκρίνεται στη λειτουργία του πρωτοτύπου και, επομένως, αν δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να αναγνωρίσει την επικοινωνιακή λειτουργία στην οποία στοχεύει το αρχαίο ελληνικό κείμενο.
- Αν είναι προσπελάσιμη, χωρίς να είναι απαραίτητο να ανατρέχει ο αναγνώστης στο πρωτότυπο.
- Αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού.
3. Επομένως, η μετάφραση πρέπει να είναι σύγχρονο κείμενο, το οποίο, εντούτοις, οφείλει να διατηρεί τις προδιαγραφές του αρχαιοελληνικού κειμένου. Η επίτευξη του συνδυασμού των δύο παραπάνω παραμέτρων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις γλωσσικές αντιλήψεις του μεταφραστή. Είναι αδύνατον να τις ικανοποιήσει ένας μεταφραστής που είναι συντηρητικός ως προς τη δυνατότητα τροποποίησης της δομής του πρωτοτύπου. Αντιθέτως, μπορεί να πετύχει τον συνδυασμό ένας μεταφραστής που τηρεί μια πιο τολμηρή στάση και είναι πιο ανεκτικός ως προς την τροποποίηση της δομής του πρωτοτύπου, προκειμένου η μετάφρασή του να αναγνωρίζεται και να αναγιγνώσκεται ως σύγχρονο κείμενο και να μην προδίδει τις προδιαγραφές του πρωτοτύπου.
4. Τα τρία προαναφερθέντα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογείται το επικοινωνιακό αποτέλεσμα της μετάφρασης δεν είναι απόλυτα, αλλά σχετικά, διότι καθορίζονται από δύο μεταβλητές παραμέτρους: (α) κάθε μετάφραση ανακλά την "ανάγνωση" του μεταφραστή, (β) κάθε μετάφραση μπορεί να καταλήξει σε μετάφραση παρελθούσας εποχής και να θεωρηθεί ξεπερασμένη.
5. Τίθεται το ερώτημα αν, ή σε ποιο βαθμό, ο έντεχνος λόγος μπορεί να μεταφραστεί. Το ερώτημα δέχεται ανεπιφύλακτα θετική απάντηση, με την προϋπόθεση ότι δεν εννοούμε τη μετάφραση ως εγχείρημα εξεύρεσης της απόλυτης ισοτιμίας ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη νεοελληνική γλώσσα. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, γιατί:
- Κάθε γλώσσα αναλύει με ιδιαίτερο τρόπο τα δεδομένα της εμπειρίας.
- Η κάθε γλώσσα αξιοποιεί με ιδιαίτερο τρόπο τις δυνατότητες που προσφέρουν τα όργανα της φωνής.
- Σε κάθε γλώσσα είναι πολύπλοκη η σχέση ανάμεσα στη γλωσσική μορφή και στην επικοινωνιακή λειτουργία: δεν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στις γραμματικές κατηγορίες και στις γλωσσικές πράξεις που επιτελούνται με αυτές.
Εντούτοις, η μετάφραση του αρχαιοελληνικού κειμένου ως "έντεχνου" κειμένου είναι δυνατή από την άποψη ότι καταγράφει τη δυναμική σχέση που συνδέει τη λειτουργία και τη δομή του κειμένου στους δύο πολιτισμούς. Το είδος της δυναμικής αυτής σχέσης προσδιορίζεται ως εξής: η λειτουργία του αρχαιοελληνικού κειμένου στο πολιτιστικό του πλαίσιο καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τη δομή του. Αλλά και αντίστροφα: οι κοινωνικές νόρμες ανακλώνται στην κειμενική δομή. Επομένως, ο μεσολαβητικός ρόλος της μετάφρασης συνίσταται στο να μεταφέρει τους τρόπους με τους οποίους εξελίσσεται το αρχαιοελληνικό κείμενο, προκειμένου να πραγματώσει τον σκοπό του. Ως μεταφραστική μονάδα, λοιπόν, ορίζεται το κείμενο και όχι οι χαμηλότερες μονάδες (λέξεις, φράσεις, προτάσεις), γιατί μέσα από τις ακολουθίες κάποιων κειμενικών στοιχείων δίνονται οι πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στη δομή και στο πολιτισμικό πλαίσιο του κειμένου. Συμπερασματικά, η μεταφραστική ισοτιμία σε επίπεδο κειμενικής δομής ορίζει:
- Τη δυναμική σχέση ανάμεσα στη λειτουργία και στη συνολική δομή του αρχαιοελληνικού κειμένου ως προς τις προθέσεις του δημιουργού.
- Τον βαθμό των γλωσσικών και υφολογικών διαφοροποιήσεων, ώστε το μεταφρασμένο κείμενο να είναι σύγχρονο και την ίδια στιγμή να διατηρεί τις προδιαγραφές του αρχαιοελληνικού κειμένου.



