Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
O Μαυρόπουλος, υπερασπίζοντας την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του '76, ασκεί κριτική στην παλιότερη διδακτική πρακτική που εφαρμοζόταν στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών και εισηγείται κάποιες προτάσεις για τη βελτίωση της διδασκαλίας του μαθήματος.
Καταρχήν, επικρίνει την παλιότερη διδακτική πρακτική ως αναποτελεσματική και ανίκανη να υπηρετήσει τους στόχους που όριζε για το μάθημα το Αναλυτικό Πρόγραμμα, γιατί περιοριζόταν μόνο στην αναγνώριση γραμματικών τύπων και στην απλή κατονομασία συντακτικών φαινομένων. Όσον αφορά ειδικότερα στη μετάφραση, επισημαίνεται ότι «μας ξέφυγε μια βασική προϋπόθεση για κάθε μεταφραστική προσπάθεια, δηλαδή να γνωρίζει όποιος ή όποια μεταφράζει και τη γλώσσα (ή γλωσσική μορφή) από την οποία μεταφράζει και τη γλώσσα στην οποία μεταφράζει· και επιμείναμε (δυστυχώς επιμένουμε ακόμα) στην απαίτηση να έχουμε σε γραπτές εξετάσεις μεταφραστικές αποδόσεις που, με σπάνιες εξαιρέσεις, κυμαίνονταν ανάμεσα σε αξιοσημείωτες απομνημονεύσεις μεταφράσεων διδαγμένων κειμένων και σε σπαραξικάρδια ακρωτηριασμένα ή ασυνάρτητα κείμενα που δεν είχαν καμιά ή ελάχιστη επαφή με το πρωτότυπο κείμενο» (σ.275).
Στην συνέχεια, ο Μαυρόπουλος υπερασπίζεται τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο, γιατί παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίσουν οι μαθητές ολοκληρωμένα έργα της αρχαίας γραμματείας, και αντικρούει τα επιχειρήματα όσων επικρίνουν τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κειμένων από το πρωτότυπο μόνο στο Λύκειο, επειδή θεωρούν αναποτελεσματική την τρίχρονη μόνο διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Τέλος, στο τρίτο μέρος του άρθρου, γίνονται κάποιες προτάσεις για μελλοντική αναβάθμιση του μαθήματος. Συγκεκριμένα προτείνεται: να συνεχιστεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μόνο από μετάφραση στο Γυμνάσιο και η αντίστοιχη διδασκαλία της από το πρωτότυπο στο Λύκειο να στηρίζεται πάνω στην καλή γνώση της νέας ελληνικής και όχι να περιμένουμε να προαχθεί η γνώση της σημερινής γλώσσας μέσα από τη διδασκαλία της αρχαίας. Στην Α΄ Λυκείου η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας θα πρέπει να στηρίζεται όχι σε συνεχή, αυτούσια ή διασκευασμένα, κείμενα, που με τον μακροπερίοδο λόγο τους δυσκολεύουν τους μαθητές, αλλά σε ευσύνοπτες επιγραμματικές φράσεις. Στόχος της διδασκαλίας της γραμματικής θα πρέπει να είναι η ικανότητα των μαθητών να αναγνωρίζουν τους γραμματικούς τύπους και όχι η άσκοπη αναπαραγωγή τους με ασκήσεις, ενώ η διδασκαλία του συντακτικού θα πρέπει να επικεντρώνεται στις συντακτικές εκείνες δομές που διαφοροποιούν την αρχαία ελληνική από την νέα ελληνική, παρότι και οι δύο γλώσσες εκφράζουν τις ίδιες λογικές σχέσεις. Επίσης, θα πρέπει οι μαθητές να εξοικειωθούν με το λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής και με περιφράσεις που δεν είναι εύκολη η ανίχνευση του νοήματός τους, καθώς και να συνειδητοποιήσουν την ενότητα της ελληνικής γλώσσας μέσα από ετυμολογικές και σημασιολογικές συσχετίσεις λέξεων της αρχαίας και της νέας ελληνικής. Απαραίτητη κρίνεται και η αναθεώρηση των ζητουμένων κατά τις εξετάσεις της Α΄ Λυκείου, ώστε αυτά να προσαρμοστούν στα αντίστοιχα εξεταστικά ζητούμενα με τα οποία ελέγχεται η αφομοίωση οποιασδήποτε ζωντανής γλώσσας. Στη Β΄ Λυκείου, η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών θα πρέπει να βασίζεται σ' ένα ανθολόγιο που θα περιέχει υπομνηματισμένα αποσπάσματα από έργα αντιπροσωπευτικά όλων των ειδών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ειδικότερος λόγος γίνεται για τη μεταφραστική ικανότητα των μαθητών, η οποία, και στην τάξη αυτή, δεν θα πρέπει να θεωρείται διαμορφωμένη, γι' αυτό «δεν θα ήταν ρεαλιστικό να ζητούμε στις εξετάσεις πλήρη μετάφραση κάποιων φράσεων, αλλά πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι, αν μπορούν να μας δώσουν τα παιδιά το νοηματικό περιεχόμενο της υπό εξέταση ενότητας και να απαντήσουν σε κάποιο αριθμό ερωτήσεων για τη διαπίστωση του βαθμού της αφομοιωτικής ικανότητάς τους» (σ.284). Τέλος, στην Γ΄ Λυκείου, τα αρχαία ελληνικά ως μάθημα γενικής παιδείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τη διδασκαλία μεταφρασμένων κειμένων, ενώ ως μάθημα της τρίτης δέσμης θα πρέπει να έχει ως στόχο του «τη διεισδυτικότερη εξέταση της δομής του αρχαίου ελληνικού πεζού λόγου με θεματογραφικές ασκήσεις για την απόκτηση μεταφραστικής ικανότητας και όχι για να γίνονται στα πλαίσιά τους γραμματικές ασκήσεις του τύπου της άγονης αναπαραγωγής γραμματικών καταλήξεων ή συντακτικές ετικετοποιήσεις λέξεων των κειμένων» (σ.285).



