Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Το άρθρο του Λεκατσά αποτελεί απάντηση στην κατηγορία που απηύθυνε εναντίον του ο Κλέων Παράσχος στο άρθρο του «Πώς πρέπει να μεταφράζουμε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και γενικότερα οι μεταφράσεις», ότι βιάστηκε να εκδώσει τη μετάφραση του Πινδάρου. Η απάντηση του Λεκατσά συνίσταται στα εξής: «Οχτώ ολόκληρα χρόνια, θυμάμαι, καταγινόμουν αποκλειστικά με τον ποιητή μου. Δύο χρόνια πριν από την έκδοσή του είχα εκδώσει σε μεμονωμένα τεύχη και σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο τους Ολυμπιονίκες και Πυθιονίκες, σα μια πρώτη απόπειρα. Η μορφή ωστόσο δε μ' ικανοποιούσε, κι έψαχνα, ώσπου νόμισα πως βρήκα τον κατάλληλο για την απόδοση της πινδαρικής ωδής τύπο. Και τότε, με μια συνέπεια που και πολύ καλύτερούς μου δε θα έβλαφτε, αποκήρυξα τις μεταφράσεις αυτές και ξανάχυσα απ' αρχής ολάκερο το έργο σε νέα μορφή: αυστηρό σύστημα συμμετρικής αντιστοιχίας στροφών και αντιστροφών κι επωδών μεταξύ τους σε ελεύθερο στην πρώτη καταβολή του και σε αρμονικό στροφικό συγκρότημα, μέτρο με κάποιες μακρινές προς το αρχαίο μέτρο αντιστοιχίες και με βασική διατήρηση της συγκρότησης του λόγου του πρωτοτύπου» (σ.1015). Ωστόσο, και αυτή η μορφή της μετάφρασης, κατά τον Λεκατσά, δεν είναι τελειωτική, αφού άλλωστε τελειωτική μετάφραση δεν μπορεί να υπάρξει: «Γιατί και η καλύτερη και η πιο θριαμβευτική μετάφραση δεν χρησιμεύει παρά για ν' ανοίξει τον δρόμο στην επόμενη που θα την αποσκεπάσει. Γιατί η μετάφραση δεν είναι παρά μια διαρκής προσέγγιση, και στην ατερμάτιστη προς τη διεύθυνση του μέλλοντος αυτή σειρά, η κάθε επόμενη μετάφραση εκμεταλλεύεται για τον εαυτό της την προηγούμενη, παίρνοντας τα πλεονεκτήματά της και διδασκόμενη από τα σφάλματά της, έτσι που και στη χειρότερη να βλέπει κανείς ένα εποικοδομητικό στοιχείο» (σ.1016).
Επιπλέον, ο Λεκατσάς αμφισβητεί στον Παράσχο την αρμοδιότητα να παρέχει συμβουλές για το πώς πρέπει να μεταφράζουμε τους αρχαίους: «Αυτό θα μας το πουν με το ίδιο το έργο τους εκείνοι που μεταφράζουν ―που βάζουν, εννοώ, έργο της ζωής τους τη μετάφραση των Ελλήνων […]. Συνεπώς στις μεταφράσεις τους μόνο θ' αναζητήσουμε το πώς πρέπει ή το πώς δεν πρέπει να μεταφράζουμε τους αρχαίους, γιατί μόνο αυτοί ζήσανε και σα φιλόλογοι και σα λογοτέχνες τα προβλήματα της μετάφρασης των αρχαίων κι αυτοί δώσανε με το έργο τους τις πρακτικές ―δηλαδή τις μόνες σωστές― θετικές ή αρνητικές λύσεις. Κάθε άρθρο λοιπόν για το πώς πρέπει να μεταφράζονται στη νεοελληνική οι αρχαίοι δεν χρησιμεύει παρά μόνον αν αναλύει το έργο τούτο και συνοψίζει θεωρητικά τα πρακτικά του αποτελέσματα» (σ.1016).



