Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Στην εισαγωγή του μελετήματος (σ.3-5) παρουσιάζεται συνοπτικά η μεταφραστική δραστηριότητα των Ρωμαίων, η οποία και αντιδιαστέλλεται ―στο κύριο μέρος του μελετήματος― με τη στάση των αρχαίων Ελλήνων σε θέματα ξενογλωσσίας και μετάφρασης. Βασική θέση του συγγραφέα είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπισαν τις ξένες γλώσσες καταρχήν με "αδιαφορία" (σ.12): «όταν τους χρειάζεται [η ξενογλωσσία] τους φτάνει να χαρακτηρίσουν την οποιαδήποτε ξένη γλώσσα βαρβαρική και έπειτα να αδιαφορήσουν απόλυτα». Αν και επισημαίνεται ότι ξένες λέξεις, λ.χ. σημιτικές (οθόνη, αραβών), αιγυπτιακές (κώνωψ, ξίφος), περσικές (αγγαρεία), πέρασαν στον ελληνικό χώρο από ξενιτεμένους Έλληνες, ενώ τον 5ο αι. γλώσσες ονομάζονται οι σπάνιες λέξεις του Oμήρου (Aριστοφ., Δαιτ. απ.222)― όλη αυτή η πείρα μένει στην περιοχή της πρακτικής ανάγκης (σ.10): «δεν δουλεύεται μέσα στον λογισμό [των Ελλήνων], για να σκεφτούν πάνω στη γλώσσα ως φαινόμενο πανανθρώπινο». Ούτε και μεταφράζουν οι Έλληνες ξένα έργα, εκτός από μία περίπτωση (βλ. Geogr. Gr. Min. 1.1-14), που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Όσο για την πολυσυζητημένη λέξη βάρβαρος, σύμφωνα με τον αρχαιογνώστη μελετητή (σ.13), δεν σημαίνει τον άξεστο ή απολίτιστο, αλλά τον αλλόγλωσσο. Παράγεται από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-, και το περίεργο είναι πως η λέξη δεν είναι ελληνική, είναι βαρβαρική: στα παλαιά ινδικά barbara σημαίνει "τραυλός". Kαι οι Iνδοί και οι Έλληνες έχουν δανειστεί τη λέξη από τους Σημίτες: barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του "ξένος", "αλλοεθνής".
H αιτία της γλωσσικής απομόνωσης των αρχαίων Ελλήνων αποδίδεται στην "ιδιοσυστασία της ελληνικής ψυχής" και στον "ιδιότυπο" χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού (σ.13). Oι Έλληνες δεν μεταφράζουν όπως οι Χετταίοι και οι Ρωμαίοι, «επειδή δεν θέλουν να διαταράξουν την οργανική ανάπτυξη του ελληνικού λόγου και γενικότερα του ελληνικού κόσμου. Η μετάφραση ενός έργου αλλόγλωσσου συχνά εκβιάζει τον μεταφραστή να εισαγάγει στη δική του γλώσσα στοιχεία ξένα. Η γλώσσα του πρωτοτύπου δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τη γλώσσα της μετάφρασης […] ο αρχαίος ελληνικός κόσμος ζει σε απόλυτη αυτάρκεια» (σ.16-17).
Στον επίλογο του μελετήματος (σ.18) ο συγγραφέας παρατηρεί ότι το δίδαγμα "των παλιών Ελλήνων" είναι για τους σύγχρονους "ακριβό και πολύτιμο". Έχουμε σήμερα ανάγκη να μη μιμούμαστε ό,τι μας έρχεται απέξω, αλλά να το τρέπουμε σε πηγή δημιουργίας· «να το ρίχνουμε στη ρίζα του δέντρου του πολιτισμού μας σαν πρώτο υλικό, για να μπορέσουμε να χαρούμε κάποτε καρπούς ελληνικούς».
Μελέτημα πλούσιο σε πηγές της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας περί μετάφρασης. O συγγραφέας αντιμετωπίζει τον αρχαιοελληνικό κόσμο μέσα από το θουκυδίδειο ιδεώδες της αυτάρκειας, και την αρχαιοελληνική γλώσσα λίγο πολύ ως "ισχυρή", η οποία αν και συναλλάσσεται με άλλες γλώσσες, "αποκρούει τον ενοφθαλμισμό του αλλότριου". Ποιά είναι ωστόσο σήμερα η θέση του νεοελληνικού κόσμου και της νεοελληνικής γλώσσας στη διεθνή σκηνή, για να μπορέσει να γίνει πράξη η προτροπή του συγγραφέα;



