Βιβλιογραφία

Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία 

 

Στο συγκεκριμένο άρθρο, που δημοσιεύεται έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Γρυπάρη, ο Κακριδής επιχειρεί μια πρώτη και πρόχειρη αποτίμηση του μεταφραστικού του έργου. Ο συγγραφέας περιγράφει τον μακρύ δρόμο που έχει να διανύσει ακόμη η φιλολογική έρευνα, μελετώντας τις μεταφράσεις του Γρυπάρη, και προσδιορίζει τα ζητούμενά της, επισημαίνοντας συνάμα πόσο το συναισθηματικό δέσιμο με ορισμένες απ' αυτές τις μεταφράσεις καθιστά δύσκολη την αντικειμενική αποτίμηση της αξίας τους.

Πριν περάσει στην εξέταση επιμέρους μεταφράσεων, ο Κακριδής δίνει μια γενική χαρτογράφηση των περιοχών της αρχαίας γραμματείας με τις οποίες ασχολήθηκε ο Γρυπάρης: μετέφρασε ολόκληρο τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, τις Βάκχες του Ευριπίδη, το Ω της Ιλιάδας και μερικές ακόμη ιλιαδικές σκηνές, 15 επίνικους του Πινδάρου, τον ύμνο Εις Δήμητρα του Καλλιμάχου, μερικά βιβλία του Ηροδότου και 7 βιβλία της Πολιτείας του Πλάτωνα. Κατά την κρίση του Κακριδή, ο Γρυπάρης θα μείνει κυρίως ως μεταφραστής του Αισχύλου, όχι μόνο επειδή αυτός απέδωσε τον συγκεκριμένο τραγικό για πρώτη φορά στη νέα ελληνική, αλλά κυρίως γιατί «η μετάφραση του Αισχύλου είναι ένα από τα πιο σημαντικά πνευματικά κατορθώματα των τελευταίων σαράντα χρόνων. Πάνω σ' ένα κείμενο δύσκολο όσο λίγα, πάλεψε και ξαναπάλεψε χρόνια πολλά ο Γρυπάρης, για να δώσει ό,τι πιο καλό μπορούσαν και αυτός και η γλώσσα μας» (σ.181). Το μεγαλύτερο και συχνά ανυπέρβλητο εμπόδιο που συναντά ο μεταφραστής του Αισχύλου είναι οι λέξεις που το νόημά τους σχετίζεται με τους ήχους που τις απαρτίζουν, με τον ρυθμό τους, την επανάληψή τους, την παρήχησή τους με άλλη γειτονική λέξη, τη θέση τους μέσα στη φράση και στην περίοδο. Στα σημεία αυτά, όπως είναι αναμενόμενο, και η μετάφραση του Γρυπάρη υστερεί, όμως η τελική αποτίμηση του Κακριδή είναι πως, «όταν λογαριάσουμε πόσες δυσκολίες χρειάστηκαν να ξεπεραστούν, δυσκολίες κριτικές, ερμηνευτικές και πάνω απ' όλα μεταφραστικές, για να χαριστεί για πρώτη φορά στο έθνος ο Αισχύλος ολόκληρος, καταλαβαίνουμε πως αυτό που δεν κατόρθωσε ο Γρυπάρης καταντάει ασήμαντο μπροστά σ' αυτό που κατόρθωσε και που αξίζει όλο τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μας» (σ.182).

Για την απόδοση του Σοφοκλή, ο Κακριδής συμφωνεί με τη γενική αντίληψη ότι στάθηκε λιγότερο επιτυχημένη από εκείνη του Αισχύλου. Αποδίδει όμως αυτή την αποτυχία κυρίως στη φύση της νεοελληνικής γλώσσας, που δεν μπορεί ακόμη να αναμετρηθεί με τον λόγο του Σοφοκλή, που είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένος, πιο λογικός από του Αισχύλου. Η νεοελληνική έκφραση, όπως κι ο Αισχύλος, κρατιέται ακόμη πολύ κοντά στον υλικό κόσμο, στην εικόνα, στη μεταφορά, και δεν μπορεί «να αποδώσει τον στοχασμό του Σοφοκλή με όλους τους λεπτούς του χρωματισμούς και την ποικιλία των μόλις αισθητών τόνων που τον συνοδεύουν» (σ.189).

Η μετάφραση του Ω της Ιλιάδας διακρίνεται από κάποια χαλαρότητα, διατυπώνει όμως ο Κακριδής την εικασία μήπως η χαλαρότητα αυτή δεν οφείλεται τόσο στη νεοελληνική γλώσσα ή στον μεταφραστή, αλλά μπορεί «να πηγάζει από την ίδια τη φύση της επικής διήγησης, που με την άνεσή της κουράζει τον σημερινό νευρικό αναγνώστη, που γυρεύει ό,τι είναι να του πουν, να του το πουν γρήγορα» (σ.190). Στην περίπτωση του Πινδάρου, που τον συνοδεύει σταθερά η προσωνυμία του αμετάφραστου, η μετάφραση του Γρυπάρη είναι αναμενόμενο συχνά να μην ικανοποιεί τον αναγνώστη. Εντούτοις, «υπάρχουν κομμάτια μέσα σε κάθε ύμνο, που η απόδοση του Γρυπάρη, και αν δεν ισοφαρίζει το πρωτότυπο ―πράγμα έτσι κι αλλιώς αδύνατο―, όμως κρατεί αρκετά από την ομορφιά και τη δύναμή του» (σ.192). Ιδιαίτερα επιμένει ο Κακριδής στο γεγονός ότι ο Γρυπάρης δεν επεχείρησε να διατηρήσει στη μετάφρασή του τη μετρική αντιστοιχία ανάμεσα σε στροφή και αντιστροφή, αποδίδοντας την επιλογή αυτή στο γεγονός ότι κάτι τέτοιο «θα περνούσε, έτσι μεγάλα που είναι τα πινδαρικά συστήματα, εντελώς απαρατήρητο από την ακοή και του πιο ευαίσθητου ακροατή και έτσι θα έχανε κάθε αξία και νόημα» (σ.194). Ως μεταφραστική λύση για το πρόβλημα αυτό, επαναλαμβάνεται η πρόταση του P. Maas να μεταφραστούν τα πινδαρικά ποιήματα στους ρυθμούς των κοντακίων του Ρωμανού του Μελωδού, «που έχουν και αυτά το ίδιο πλούσια μέτρα και συστήματα και αυστηρή αντιστροφική αντιστοιχία, αισθητή σε μας σήμερα ακόμα από τη λειτουργία της εκκλησίας μας» (σ.194). Για τις πεζές μεταφράσεις του Γρυπάρη από τον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα, που δεν είχαν ακόμη δημοσιευτεί την εποχή συγγραφής του άρθρου, εκφράζεται μόνο η εικασία ότι ασφαλώς θα είναι ισάξιες των ποιητικών.

Στο τέλος του άρθρου, ο Κακριδής αποφεύγει ένα γενικό χαρακτηρισμό της μεταφραστικής τέχνης του Γρυπάρη, επαναλαμβάνοντας την εκτίμηση ότι είναι νωρίς για κάτι τέτοιο, αφού ένα μέρος των μεταφράσεων παραμένει αδημοσίευτο και λείπουν οι απαραίτητες προεργασίες. Αρκείται μόνο στην επισήμανση ορισμένων γνωρισμάτων κοινών σ' όλες τις μεταφράσεις του Γρυπάρη: «πόσην ευγένεια κρατεί πάντα ο λόγος του, πόσο σφιχτή και πλαστική είναι η φράση του στα διαλογικά μέρη, πόσο καλά μεταφρασμένα τα επικά προπαντός μέρη της τραγωδίας, οι λόγοι των αγγέλων, των κηρύκων και των φυλάκων στα χορικά και στον Πίνδαρο με πόσην επιτυχία αποδόθηκαν πολλές φορές τα σύνθετα επίθετα και γενικότερα η ποιητική λέξη, ακόμα οι μεταφορές και οι εικόνες» (σ.195).

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Σ. ΤΣΕΛΙΚΑΣ