Βιβλιογραφία

Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία 

 

Κατά τον Καζάζη, η μεταφραστική πράξη δεν αποτελεί ενασχόληση ούτε ταπεινή, ούτε υψηλή, και είναι δικαιότερο να την ορίσουμε παραβάλλοντάς την προς την τέχνη της χαρακτικής: «και στις δύο περιπτώσεις έχουμε προϊόντα τεχνών, ελασσόνων ίσως, αλλά όχι κατωτέρων, με κανόνες και τεχνικές δικές τους» (σ.380). Σε ιδεολογικό όμως επίπεδο, η μετάφραση ξεκινά συνήθως από τις ευγενέστερες προθέσεις και φιλοδοξεί να υπηρετήσει υψηλούς στόχους, γι' αυτό και αποτιμάται θετικά. Η ιδεολογική φόρτιση της μεταφραστικής πράξης ισχύει κατεξοχήν για την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οπότε η μετάφραση κλήθηκε να υπηρετήσει τον φωτισμό του απαίδευτου Γένους. Αναλυτικότερος λόγος γίνεται για τη θετική αποτίμηση της μετάφρασης στο έργο του Αδ. Κοραή Προλεγόμενα στους Αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς. Συγκεκριμένα, ο Κοραής υπερασπίζεται τις μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων, τονίζοντας: (α) τη φιλολογική χρησιμότητά τους, αφού αποτελούν την ασφαλέστερη μέθοδο για τη διάγνωση και διόρθωση των σφαλμάτων του αρχαίου κειμένου (β) τον γλωσσοπλαστικό ρόλο τους, επειδή μπορούν να συμβάλουν στη διόρθωση της "κοινής γλώσσης", ώστε αυτή να αποκτήσει μεγαλύτερη εκφραστική ακρίβεια και (γ) τον παιδευτικό χαρακτήρα τους, καθώς μπορούν να συνεισφέρουν στη "διόρθωση των ηθών" και στην "πολιτική παιδεία" των νεοτέρων, γι' αυτό και επιβάλλεται να ενταχθούν στο σχολικό πρόγραμμα.

Απέναντι στην αισιόδοξη μεταφραστική θεωρία του Διαφωτισμού, ο Καζάζης αντιπαραθέτει κάποιες σύγχρονες μεταφραστικές απόψεις, όπως εκείνες του φιλόλογου Κ. Γεωργούλη και του γλωσσολόγου Γ. Μπαμπινιώτη, οι οποίοι προβάλλουν μαξιμαλιστικούς στόχους για τη μεταφραστική πράξη (στόχος της, κατά τον Μπαμπινιώτη, είναι «η δημιουργία ενός κειμένου καθ' όλα ισοδύναμου προς το αρχικό»), με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν στη συνέχεια τη δυσκολία πλήρωσης των στόχων αυτών ως επιχείρημα για την απαξίωση των μεταφράσεων και τη διαβολή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κειμένων από μεταφράσεις στο Γυμνάσιο. Βέβαια, η αμφισβήτηση της μεταφρασιμότητας της λογοτεχνίας, και ειδικότερα της ποίησης, έχει τις απαρχές της στο κίνημα του ρομαντισμού, και από τότε αποτέλεσε κοινό τόπο οι παραπάνω όμως θεωρητικές απόψεις επεκτείνουν αυθαίρετα την αμφισβήτηση αυτή στο σύνολο των κειμένων. Κατά τον Καζάζη, η πρόσφατη αυτή αντιμεταφραστική ιδεοληψία, που υπερτιμώντας τις μεταφραστικές δυσκολίες διακηρύσσει το ανέφικτο της μετάφρασης και διαβάλλει προκαταβολικά όλα τα προϊόντα της, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις αρχές της σύγχρονης γλωσσολογίας, αλλά για να κατανοηθεί το ιδεολογικό της υπόβαθρο, θα πρέπει να τη συνδέσουμε με την παραδοσιακή αντιμεταφραστική στάση της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και να την αντιδιαστείλουμε προς την αισιόδοξη μεταφραστική ορμή του Διαφωτισμού, η οποία υιοθετήθηκε από τον μαχητικό δημοτικισμό των αρχών του αιώνα και τη νεοσύστατη τότε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ιδιαίτερα επιτακτική κρίνεται η ανάγκη να προστατευθεί από τις επικίνδυνες επιθέσεις της αντιμεταφραστικής ιδεολογίας το μάθημα των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση, το οποίο, εξαιτίας της προχειρότητας με την οποία σχεδιάστηκε και αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα, είναι εξαιρετικά ευάλωτο και δίνει λαβές για αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητάς του.

ΠΑΡOΥΣΙΑΣΗ: Σ. ΤΣΕΛΙΚΑΣ