Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Στο πρώτο τμήμα του άρθρου, ο Δελμούζος διερευνά καταρχήν τα αίτια που επέβαλαν στη Δύση να διδάσκονται οι κλασικοί συγγραφείς στο σχολείο από μετάφραση και τα εντοπίζει στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε, όταν ο θετικισμός, υποστηριζόμενος από την έντονη εθνική συνείδηση των σύγχρονων κρατών, επικράτησε έναντι του κλασικισμού. Αποτέλεσε, επομένως, η τροποποίηση αυτή ανάγκη προσαρμογής της παιδείας στην πραγματικότητα, γι' αυτό άλλωστε κρίνεται επιβεβλημένη και στον χώρο της ελληνικής εκπαίδευσης.
Στη συνέχεια, ανατρέπονται τρία επιχειρήματα που χρησιμοποιούν συνήθως όσοι θεωρούν απαραίτητη τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από το πρωτότυπο:
- Κατά το πρώτο επιχείρημα, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας παρέχει ανώτερη γλωσσική μόρφωση είναι αδύνατο να χειριστεί ο Νεοέλληνας αποτελεσματικά τη μητρική του γλώσσα, χωρίς προηγούμενη γνώση του μηχανισμού της αρχαίας. Κάτι τέτοιο όμως από τον Δελμούζο χαρακτηρίζεται παράδοξο: αντί να μορφώσουμε τον μαθητή άμεσα, καλλιεργώντας τη μητρική του γλώσσα, τον μορφώνουμε έμμεσα, δίνοντας του το υπόδειγμα, σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει μόνος του να διαμορφώσει τη γλώσσα του.
- Σύμφωνα με το δεύτερο επιχείρημα, οι αρχαίες γλώσσες εξασκούν την κρίση των μαθητών και αναπτύσσουν όλες τις πνευματικές τους ικανότητες. Το επιχείρημα αυτό έχει ήδη αναιρεθεί, πρώτον από την παιδαγωγική επιστήμη, που υποστηρίζει ότι στον ίδιο βαθμό αναπτύσσουν την κρίση των μαθητών και οι θετικές επιστήμες, και δεύτερον από τη σύγχρονη γλωσσολογία, που έχει αμφισβητήσει την υπεροχή των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών έναντι των νεοτέρων γλωσσών.
- Το τρίτο επιχείρημα υποστηρίζει ότι, με τον περιορισμό ή την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο, καταστρέφεται η γνώση του αρχαίου κόσμου, που αποτελεί θεμέλιο της ιστορικής και ανθρωπιστικής παιδείας. Ο Δελμούζος, χωρίς να αμφισβητεί τη συνεισφορά των αρχαίων συγγραφέων στην ανάπτυξη ιστορικής και ανθρωπιστικής (στην περίπτωση της Ελλάδας και εθνικής) συνείδησης, επισημαίνει την ανάγκη το σχολείο να διδάξει στους μαθητές και κάποιες θετικές επιστήμες. Ένας τρόπος λοιπόν να συμβιβαστούν αυτές οι δύο αντίρροπες τάσεις είναι να γνωρίσουν οι μαθητές, τουλάχιστον στα σχολεία με θετικό προσανατολισμό, τον αρχαίο κόσμο μέσα από μεταφράσεις. Τίθεται όμως το ερώτημα αν είναι δυνατό να γνωρίσει κανείς τον αρχαίο κόσμο βασιζόμενος σε μεταφράσεις. Η συνήθης απάντηση είναι αρνητική, γιατί η μετάφραση στη χειρότερη περίπτωση παραμορφώνει το πρωτότυπο, στην καλύτερη υστερεί εν σχέσει με αυτό, γιατί αδυνατεί να αποδώσει όλες τις αποχρώσεις του. Ο Δελμούζος δεν αρνείται τα παραπάνω, αναλαμβάνει όμως να υπερασπιστεί τις μεταφράσεις και τη χρήση τους στο σχολείο, αντιτείνοντας ότι ακόμη κι ο καλύτερος κλασικιστής είναι αδύνατο να κατανοήσει έναν αρχαίο συγγραφέα στον ίδιο βαθμό που τον κατανοούσαν οι σύγχρονοί του, κι επιπλέον είναι άστοχο να απαιτούμε από όλους τους μαθητές άρτια γνώση της αρχαίας ελληνικής, ώστε να κατανοούν τα πρωτότυπα κείμενα. Εφόσον μάλιστα οι μεταφράσεις, όσο κι αν υστερούν εν σχέσει με τα πρωτότυπα κείμενα, εντούτοις καταφέρνουν να διασώσουν αρκετά στοιχεία τους, ώστε να γνωρίσουμε τον αρχαίο κόσμο, κρίνεται επιβεβλημένη η χρήση τους, τουλάχιστον στα σχολεία με θετικό προσανατολισμό. Για τον σκοπό αυτό, ο Δελμούζος αξιολογεί τις υπάρχουσες στον καιρό του μεταφράσεις του Ομήρου και των τραγικών και προκρίνει αυτές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο σχολείο.
Στο δεύτερο τμήμα του άρθρου, συζητείται και ένας ακόμη λόγος -ανομολόγητος και καθαρά ελληνικός- για τον οποίο αποκρούεται η χρήση μεταφράσεων στο σχολείο: το γεγονός ότι, αν λείψει το πρωτότυπο κείμενο, στη γραμματική και το συντακτικό του οποίου επικεντρώνεται η διδασκαλία, ο δάσκαλος περιέρχεται σε αμηχανία και δεν ξέρει τι να κάνει με το μεταφρασμένο κείμενο. Για να ξεπεραστεί η αμηχανία αυτή, ο Δελμούζος περιγράφει στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος δίδαξε από μετάφραση την Οδύσσεια και ειδικότερα την "Κυκλώπεια" στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο του Βόλου στα 1909-1911. Με βάση την εμπειρία του αυτή, επισημαίνει ότι η διδασκαλία της Οδύσσειας από μετάφραση επιτρέπει την κάλυψη πιο εκτεταμένης ύλης, ώστε να δοθεί στους μαθητές μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του έπους, και δίνει τη δυνατότητα να επικεντρωθεί η διδασκαλία στη μελέτη του ομηρικού πολιτισμού και τη σύγκρισή του με τον νεοελληνικό.
Το άρθρο του Α. Δελμούζου παραμένει επίκαιρο και χρήσιμο ακόμη και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, κυρίως χάρη στον νηφάλιο και ρεαλιστικό τρόπο, με τον οποίο αντικρίζει το πρόβλημα και αντιμετωπίζει τα επιχειρήματα της αντίθετης άποψης.



