Βιβλιογραφία
Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Ορίζονται καταρχήν τα φιλοσοφικά έργα ως κείμενα «που σκοπό έχουν να μεταδώσουν γνωσιακά και όχι συγκινησιακά μηνύματα για τον κόσμο, θέλουν να πουν πώς είναι ή ακόμα και πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος» (σ.317). Στόχος, επομένως, της μετάφρασης στην περίπτωση των συγκεκριμένων κειμένων είναι η μεταφορά του γνωσιακού περιεχομένου τους στη μεταφραστική γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, η μετάφραση ενός φιλοσοφικού κειμένου είναι ουσιαστικά πρόβλημα ερμηνείας. O μεταφραστής, ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στον φιλόσοφο και στον αναγνώστη, οφείλει να έχει κατανοήσει προηγουμένως το κείμενο που θα επιχειρήσει να μεταφράσει, κυρίως να έχει αποσαφηνίσει τη νοηματική συνοχή του και να γνωρίζει το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον που το παρήγαγε, γιατί η μετάφραση δεν είναι θεμιτό να αφήνει τίποτα ανοικτό και ασαφές. Mια καλή μετάφραση μάλιστα οφείλει να είναι σαφέστερη ακόμη και από το πρωτότυπο, αφού, κατά τη ρήση του Kant, μπορεί κανείς να κατανοήσει έναν φιλόσοφο καλύτερα απ' ό,τι καταλάβαινε ο ίδιος τον εαυτό του. Πρώτιστο καθήκον, επομένως, του μεταφραστή φιλοσοφικών κειμένων είναι να λειτουργεί και ως ερμηνευτής των κειμένων αυτών, γιατί «μετάφραση φιλοσοφικού κειμένου σημαίνει πρώτα και κύρια επίμονη προσπάθεια για σαφήνεια» (σ.329). Επιπλέον, ο μεταφραστής θα πρέπει να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που έχει η μεταφραστική γλώσσα να ανταποκριθεί στα νοήματα του πρωτοτύπου, «γιατί η γλώσσα στην οποία μεταφράζονται τα μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα καθορίζει, ανάλογα με τις δυνατότητες της, πόσο πλούσια και δυνατή μπορεί να φανεί η σκέψη του φιλοσόφου-δημιουργού στους αναγνώστες της νέας γλωσσικής κοινότητας» (σ.330). Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι σε μια τόσο δύσκολη και απαιτητική εργασία δεν μπορεί να ανταποκριθεί ένας μεταφραστής ικανός μόνο να δίνει λύσεις σε τυπικά γλωσσικά ζητήματα ή σε προβλήματα ορολογίας. Στον τόπο μας, οι μεταφραστές φιλοσοφικών κειμένων ελάχιστες φορές πληρούν τους παραπάνω όρους, γι' αυτό και οι μεταφράσεις σπουδαίων φιλοσοφικών έργων στα ελληνικά, κατά κανόνα, χαρακτηρίζονται από προχειρότητα.
Αρκετά χρήσιμη η έμφαση που δίνει ο Θ. Bέικος στην ερμηνευτική εργασία που είναι απαραίτητο να επιτελέσει ο μεταφραστής ενός φιλοσοφικού κειμένου, καθώς και στη σαφήνεια που θα πρέπει να χαρακτηρίζει το μεταφραστικό αποτέλεσμα. Ξεπερασμένη είναι όμως η περιγραφή της κατάστασης στην Ελλάδα, γιατί κατά τις δεκαετίες του '80 και του '90 τα πράγματα έχουν αλλάξει αρκετά στον χώρο της μετάφρασης φιλοσοφικών έργων, και οι κακές μεταφράσεις αποτελούν πλέον την εξαίρεση παρά τον κανόνα.



