«Οι πρώτες απόπειρες μετάφρασης αρχαίας λογοτεχνίας άρχισαν ήδη στη βυζαντινή περίοδο. Διανοούμενοι, όπως ο Τζέτζης, ο Ψελλός, ο Ερμονιακός, μετέφρασαν ή παρέφρασαν αρχαία ελληνική ποίηση, κυρίως Όμηρο. Στη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, η αρχαία λογοτεχνία και παιδεία αποτελούσαν το ιδεώδες, το οποίο έπρεπε οι Έλληνες να κατακτήσουν, προκειμένου να μπορέσουν να ξαναποκτήσουν εθνική αξιοπρέπεια. Διάφοροι λόγιοι επεχείρησαν σε διαφορετικές εποχές να μεταφράσουν κάποια αρχαία κείμενα σε περισσότερο κατανοητά ιδιώματα. Ο Νικόλαος Πίκκολος ήταν ο πρώτος που μετέφρασε αρχαία τραγωδία, τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, το 1818. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, το σύνολο των αρχαίων δραμάτων είχε επανειλημμένως μεταφραστεί, δημοσιευθεί και παρασταθεί. Οι Δελφικές Εορτές, στη δεκαετία του '20, και το φεστιβάλ Επιδαύρου, στη δεκαετία του '50, ήταν τα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα που προώθησαν τη μετάφραση και παράσταση της τραγωδίας και της κωμωδίας στη νεότερη Ελλάδα. Αυτή η τεράστια παράδοση στη μετάφραση του αρχαίου δράματος οδήγησε φυσικά στην καθιέρωση υψηλών κριτηρίων: από τον μεταφραστή απαιτείται πια να έχει εξαίρετη φιλολογική κατάρτιση, θεατρική εμπειρία, αλλά και ποιητική ικανότητα, προκειμένου να αποδώσει τις διανοητικές, ποιητικές και δραματουργικές πλευρές του πρωτοτύπου.» (σ.34)