Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

▲▲ Βαλαωρίτης Αριστοτέλης

 

 

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης κατέχει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην Εφτανησιώτικη Σχολή. […] γεννήθηκε το 1824 στη Λευκάδα (το νησί των Εφτανήσων που περισσότερο συνδέεται με τη Στερεά), σπούδασε στην Ιταλία και στη Γαλλία, και το 1848 γύρισε στα Εφτάνησα, όπου πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική και πριν και μετά την ένωση με την Ελλάδα. Είναι ένας άνθρωπος με ισχυρή κράση και αθλητικό παράστημα, βίαιος στις αντιδράσεις του, οξύς στις διαμάχες και στους αγώνες. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του αποσύρεται σ’ ένα μικρό νησί της πατρίδας του, τη Μαδουρή, και συγκεντρώνεται στη μελέτη και στη δημιουργία. Εκεί πεθαίνει κάπως πρόωρα το 1879.

Η πρώτη του συλλογή, Στιχουργήματα (1847), είναι ασήμαντη. Την εμφάνισή του την κάνει κυρίως με τα Μνημόσυνα, δημοσιευμένα το 1857, τη χρονιά που πέθανε ο Σολωμός. Τα σημαντικότερα και τα πιο γνωστά του λυρικά ποιήματα βρίσκονται κιόλας εδώ: «Νεκρική ωδή», «Θανάσης Βάγιας», «Ο Σαμουήλ», «Η φυγή», «Ευθύμιος Βλαχάβας». Ο Βαλαωρίτης είναι μια περίεργη εμφάνιση· είναι βέβαια Εφτανησιώτης, αλλά οι προσανατολισμοί του τον φέρνουν περισσότερο προς το δημοτικό τραγούδι και τον γαλλικό ρομαντισμό παρά προς το Σολωμό και τα ιδανικά της σχολής του. Τα θέματά του είναι παρμένα το περισσότερο από την Επανάσταση και την προεπαναστατική εποχή, τους αγώνες των κλεφτών, των αρματολών και των Σουλιωτών. Οι ήρωες ενεργούν μέσα σ’ ένα κλίμα αφύσικα υψωμένο, όπου το υπερφυσικό στοιχείο συνδυάζεται με μια ρομαντική μεγέθυνση. Αντίθετα ωστόσο προς τους ρομαντικούς της Αθήνας, ο Βαλαωρίτης, σαν Εφτανησιώτης, χρησιμοποιεί τη δημοτική, αδιάφορο αν δεν τη μεταπλάθει δημιουργικά, κατά το δίδαγμα του Σολωμού, αλλά ακολουθώντας εξωτερικά τον τύπο του δημοτικού τραγουδιού, αλλοιωμένον και πάλι με πολύ στόμφο ρομαντικό. Στα ωριμότερα έργα του, τον Αστραπόγιαννο και προπάντων στον Αθανάση Διάκο (1867), πολλά από τα ελαττώματα αυτά υποχωρούν· αλλά και πάλι, στο δεύτερο ιδίως, αξιολογότερο έργο, τονίζεται αφύσικα μια συμβολική αλληγορική απόχρωση, που κάνει λιγότερο ευδιάκριτη την καθαρά ανθρώπινη ουσία στη μορφή του ήρωα-μάρτυρα. […]

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 164-165.

 

 

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είναι ο πιο αναγνωρισμένος σύνδεσμος της επτανησιακής σχολής με την αθηναϊκή. […] Από τους Επτανήσιους, από το παράδειγμα του Σολωμού, διδάσκεται ότι μοναδική ποιητική γλώσσα είναι η δημοτική, η γλώσσα της λαϊκής δημιουργίας: σε αυτήν αποκλειστικά πια θα γράψει τους στίχους του. Θερμός πατριώτης, αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του σε πατριωτικά θέματα. Εδώ όμως έχουμε την συνάντηση των δύο κατευθύνσεων: το θέμα κοινό στις δυο σχολές· η γλώσσα, σύμφωνα με την επτανησιακή διδασκαλία. Στην τεχνοτροπία θα τον παρασύρει το κλίμα των Αθηνών. Ο Βαλαωρίτης, στα πιο σημαντικά από τα ποιήματά του φανερώνεται απόλυτα και ανεπιφύλακτα ρωμαντικός. Τα ελαττώματα του αθηναϊκού ρωμαντισμού, στόμφος, ρητορεία, κενότητα, τα ξαναβρίσκουμε και σε αυτόν· η εκλογή όμως του σωστού γλωσσικού οργάνου μειώνει τις αδυναμίες αυτές από κάποια πλευρά: έτσι η λεξιθηρία, πληγή του αθηναϊκού ρωμαντισμού, μεταβάλλεται στον Βαλαωρίτη σε πλούτο δημοτικού λεξιλογίου. Εξάλλου ο σταθερός προσανατολισμός του ποιητή προς τα πατριωτικά θέματα, τον απέτρεψε συχνά από τον κούφιο πενθισμό των συγχρόνων του Αθηναίων: μια θέληση υγείας και δύναμης, ένας τόνος ηρωικός διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας του.

[…]

Θεωρητικά αποκήρυξε τον ρωμαντισμό, αλλά εννοούσε με τον όρον αυτόν μόνο την πεισιθάνατη διάθεση της αθηναϊκής σχολής· πραγματικά είναι ρωμαντικός· τα θέματά του, παρμένα από την πρόσφατη ιστορία, το δείχνουν, η ψυχολογία την οποία δίνει στους ήρωές του επίσης, επίσης ο θαυμασμός του για τον Hugo: […].

Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 414-416.

 

 

Ζούσε ακόμα ο Βαλαωρίτης, και ήταν μάλιστα στις πιο μεγάλες του δόξες, όταν ο κομματάρχης του σολωμισμού [Ιάκωβος Πολυλάς] […] έθεσε πλαγίως το άγονο, νεοσχολαστικό δίλημμα: Διονύσιον ή Αριστοτέλην; Για μας, σήμερα, δεν χωρεί αμφιβολία για την πνευματικήν υπεροχήν του Ζακυνθινού. Αλλά πόσοι συνειδητοποιούν ότι ο Λευκαδίτης στάθηκε η «εδαφικότερη» και η πιο ανδρωμένη ποιητική προσωπικότητα του ελληνικού αιώνα του; Ή, ακόμα, αν όλοι συμφωνούμε ότι ο «βασιλικός δρόμος» της ποίησής μας, αυτός που ξεκινάει από το Δημοτικό Τραγούδι και τους Κρητικούς, ξαναπιάνει από τον Σολωμό για να φτάσει στον Παλαμά και στον Σικελιανό, και εκείθε ως τον Σεφέρη — πόσοι από μας παραδέχονται πως η μετάβαση αυτή θα ήταν ολότελα προβληματική χωρίς την σταθμική παρουσία του Βαλαωρίτη; Ή, τέλος (παίζοντας πάνω στην φωνητική δυνατότητα του γνωστού στίχου του Αλέξανδρου Σούτσου), ότι αν ο Σολωμός είναι ο μεγάλος «οδοποιός» της νεώτερης ποίησής μας, ο Βαλαωρίτης βέβαια είναι ο μεγάλος της γεφυροποιός.

Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Φωτεινός, για μας, σήμερα». Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Φωτεινός, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ερμής, Αθήνα 1976, 9-10.

 

 

Ας θυμηθούμε, συνοπτικά έστω, μερικές μόνο από τις ιδιότητες που δίκαια του έχουν χαρίσει τον χαρακτηρισμό του «γεφυροποιού» ποιητή, και οι οποίες τον καθιστούν προνομιακό αγωγό πολλαπλών πολιτισμικών και ιδεολογικών διαμεσολαβήσεων. Ποιητής των Επτανήσων αλλά και του εθνικού κέντρου, μοναχικός κάτοικος της Μαδουρής αλλά και δημοφιλές πρόσωπο με ευρεία αποδοχή, επικαιρικός συγγραφέας των επετείων αλλά και ποιητής με σταθερό ρεπερτόριο (Ελληνισμός vs ξενοκρατία), λογοτέχνης και βουλευτής, εκπρόσωπος των κεντρικών θεσμών εξουσίας αλλά και των επαρχιακών τοπικών δικτύων, παραδοσιακός πολιτικός της «τοπικής πατρίδας» αλλά και νεωτερικός εκφραστής του «υπερ-τοπικού έθνους», συγγραφέας με επιρροές από τον ιταλικό και γαλλικό ρομαντισμό αλλά και από το δημοτικό τραγούδι, πολέμιος του καθαρευουσιάνικου λογιοτατισμού αλλά και ενεργό μέλος της αστικής λογιοσύνης, άνθρωπος της τέχνης αλλά και της δράσης, οραματιστής της Ευρώπης των εθνών αλλά και της μεγαλοϊδεατικής ολοκλήρωσης της Ελλάδας, δυτικός φιλελεύθερος διανοούμενος και εγχώριος εκφραστής των εθνικών δικαίων, ο Βαλαωρίτης παραμένει ένα αναμφισβήτητο ορόσημο για τη λογοτεχνική ζωή και για τη δημόσια σφαίρα του νεοελληνικού «πρότυπου βασιλείου». […]

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Ρομαντικά πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής», Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009, 41-42.

 

 

[…] το 1879, τη χρονιά του θανάτου του, αποσυρμένος στο κτήμα του της Μαδουρής, θα δημιουργήσει τον Φωτεινό, το τελευταίο και πιο σημαντικό του έργο, που δυστυχώς δεν πρόφτασε να το τελειώσει. Το θέμα είναι παρμένο από την παλαιότερη ιστορία της Λευκάδας, μια εξέγερση των Ελλήνων κατοίκων εναντίον του φράγκου δυνάστη στον 14ο αιώνα. Ο Φωτεινός, ο ήρωας, ένας γέρος ξωμάχος, αποσύρεται, ύστερ’ από ένα επεισόδιο με τον φράγκο άρχοντα, στα βουνά της πατρίδας του. Εκεί τον βρίσκουμε με την κόρη του, στη φτωχική του καλύβα, να μελετά την επανάσταση. Μια ανθρώπινη καλοσύνη, μια ήρεμη, σταθερή αποφασιστικότητα και μια αρχοντική υπερηφάνεια χαρακτηρίζουν τον γερασμένο αγωνιστή της ελευθερίας. Όλο το ποίημα κυριαρχείται από αυτή τη θερμή, ανθρώπινη παρουσία· ο Βαλαωρίτης δε θέλει πια να μας καταπλήξει με το υπερφυσικό· το ύφος, ο στίχος, είναι απαλλαγμένα από στόμφο και ρητορισμό, όλα έχουν γίνει απλούστερα, και μαζί θερμότερα και πιο ανθρώπινα. Λες και ο Βαλαωρίτης περίμενε το τέλος της ζωής του για να απαλλαγεί από τα ελαττώματα που βάραιναν τα άλλα του έργα — ελαττώματα που ήταν, κατά ένα μεγάλο μέρος, και ελαττώματα της εποχής. Ή λες και γύρευε τη μόνωση και την περισυλλογή για να ανακαλύψει τον αληθινότερο εαυτό του. Ο Φωτεινός, διαφορετικό από τα άλλα έργα του Βαλαωρίτη, έχει μια θέση ολότελα ξεχωριστή μέσα στη νέα ελληνική ποίηση.

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 165-166.

 

 

Ο Βαλαωρίτης έζησε και ένα επεισόδιο που τον γέμισε υπερηφάνεια και που πρέπει να ερμηνευθεί ως επίσημη νομιμοποίηση του έργου του από την πολιτεία. Για την τελετή της μετακομιδής της σορού του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, το Πανεπιστήμιο Αθηνών του παραγγέλλει ένα ποίημα. Ο Βαλαωρίτης ήθελε να πιστεύει ότι αυτό αντανακλούσε περισσότερο από τη δική του αναγνώριση αυτή της δημοτικής γλώσσας. Αλλά και η δική του επίσημη αναγνώριση δεν ήταν παρά φαινομενική αν λάβουμε υπόψη ότι, μερικά χρόνια πριν, το κράτος είχε υιοθετήσει ως εθνικό ύμνο τον Ύμνο εις την ελευθερίαν του Σολωμού, μελοποιημένο από τον Μάντζαρο.

[…]

Η ενσωμάτωση των επτανήσιων ποιητών στον ενιαίο πολιτισμικό χώρο του Βασιλείου έχει πια συντελεστεί. Το γεγονός ότι ποιητές με διαφορετικό παρελθόν, όπως ο Βαλαωρίτης και ο Μαρκοράς, έχουν καταλήξει σε παρόμοια αποτελέσματα, και από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι πολλοί λόγιοι (και ιδίως οι καθηγητές της Ιονίου Ακαδημίας) έχουν μεταφερθεί στην Αθήνα, είναι μερικές από τις ενδείξεις που μας επιτρέπουν να πιστέψουμε ότι η μεταβατική φάση έχει πια λήξει. Ολοκληρώνεται περίπου την ίδια στιγμή κατά την οποία στην Αθήνα μια νέα γενιά αδημονεί να πάρει στα χέρια της εκείνες τις πρωτοβουλίες που, στη δεκαετία του 1880, θα διαφοροποιήσουν οριστικά το καθεστώς στον χώρο των γραμμάτων.

Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 261-263.

 

Δείτε επίσης και:


Επτανησιακή Σχολή, Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή, Ρομαντισμός