Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)
Για τη ζωή και το έργο του Το ποιητικό του έργο
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου, τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σου να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες, όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;… 5 Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει, πατέρα, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζει μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου ούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;…

Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι 10 το λυτρωτή τους χαιρετούν… Η θάλασσ’ αγριωμένη από μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα, που σε κρατεί στα σπλάχνα του… Θυμάται την ημέρα, οπού κι αυτή στον κόρφο της σαν τρυφερή μητέρα, 15 πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε… Θυμάται στο λαιμό σου το ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σου τ’ άτιμα τα ραπίσματα… το βόγκο… τη λαχτάρα… του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάται την αντάρα… την πέτρα που σου εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου… 20 το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου… Δεν ελησμόνησε τη γη που σὄγινε πατρίδα, ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδα τη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδαρμένη, όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν’ οι ξένοι 25 το αίμα σου έγλειφαν κρυφά στα νύχτα του φονιά σου… * Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου… Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο, τ’ ανάστησε η αγάπη μας κι εδώ μαρμαρωμένο θα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κι αιώνιο θε να ζήσει, 30 να ’ναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση…

Πενήντα χρόνοι επέρασαν σα να ’τανε μια μέρα!… Για σας οπού είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκιές, πατέρα πετούν οι ώρες άμετρες στου τάφου το λιμάνι… Για μας… και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνει… 35 Πενήντα χρόνοι επέρασαν κι ακόμ’ η ανατριχίλα βαθιά μάς βόσκει την καρδιά… Με τα χλωρά τα φύλλα ανθοβολεί κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σου υψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σου με των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι 40 του κόσμου που εζωντάνεψες… Γέροντα τί σου λείπει;… Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου;… Ποιός είν’ ο πόθος σου ο κρυφός και ποιό το μυστικό σου;…

Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοι κι από το γερο-Δούναβη ώς τ’ άγριο Κακοσούλι 45 έβραζε γη και θάλασσα… Σεισμός, φωτιά, τρομάρα, σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα… Εβρόντουν κι άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια… Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ’ αχόρταγα τα χέρια, κι ήτον ο πόλεμος χαρά· τα φονικά, παιχνίδια… 50 Μεμιάς θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδια και μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη… Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κι οι βράχοι μένουν παράλυτα, νεκρά, σα να ’χε διαπεράσει κρυφό μαχαίρι αυτήν τη γη κι εσκότωσε την πλάση…

55 Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένο σα σύγνεφο με το βοριά και μαυροφορεμένο, σκοτίδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του, και με φωνή που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του, ερέκαξε κι εβρόντησε… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!… 60 Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύμα το φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμα εφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σου εθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου 65 κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου… Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;…

Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει… Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει… Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι… 70 Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοι λησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένα αφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα… Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει του Γένους το ξημέρωμα… Πάσα ματιά του σφάζει… 75 Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα, χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμα να μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει… Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει… Φλόγα παντού και σίδερο… δε θ’ απομείνει λώθρα… 80 Στην Κιάφα νεκρανάσταση… στου Πέτα καταβόθρα… Πέτρα δε μένει ασάλευτη… κλαρί χωρίς κρεμάλα… Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου Λάλα Κι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένο να ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο, 85 εφώναζε ο αντίλαλος… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!… Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».

Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνι κι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνι σαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι 90 που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρει του Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του… Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί του κι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι, συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βριόνη 95 Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμο και κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμο ξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει… «Πολεμάρχοι!… Εκδίκηση… άσπλαχνη… παντού… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι 100 του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσει σου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένο το Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο, δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι… Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη, 105 το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του, και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό του και θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουν τ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν… Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι 110 πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάρι το μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι… Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκη αδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι… Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει…

115 Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγει του λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι… Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά του ξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά του στου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!… 120 Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά των και κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη…

Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτη εχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας, κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας 125 π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου, ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;… Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδα ερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα, π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνει 130 τα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;… * Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνει αυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;… * Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια… Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια, 135 που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα, και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;…

Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σου πόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σου πόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;… 140 Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;…

Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμα ποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα… Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει, όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει 145 το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!… Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»…

[1872*]


Το Ελληνικόν Έθνος, κατά την απέραντον και ζοφεράν νύκτα της δουλείας, ου μόνον διετήρησεν ακμαίαν την περί αναγεννήσεως και πλήρους αυτού αποκαταστάσεως πίστιν του, αλλά διέσωσεν αλώβητον και την ιδέαν της ενότητός του.

Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία υπήρξε προπάντων η ιερά κιβωτός, ένθα προσέφυγε και θαυμασίως διεσώθη από της πλημμύρας των αλλοφύλων το αίσθημα της Εθνότητος. Επειδή δε ορατή κεφαλή της Εκκλησίας ταύτης υπήρχεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επόμενον ήτο να θεωρήται ούτος ως πατήρ και ως ηγέτης της φυλής απάσης.

Κατά την έναρξιν του ιερού αγώνος κατείχε τον Πατριαρχικόν θρόνον Γρηγόριος ο Ε΄, όστις ως ανώτατος πνευματικός Άρχων των απανταχού Ελλήνων, εκράτει ανά χείρας πάντα τα μυστηριώδη νήματα της μεγάλης Ελληνικής συνωμοσίας και διετέλει εν πλήρη γνώσει των ακαταπαύστων και ακατανοήτων εκείνων ενεργειών, δι’ ών οι Φιλικοί ωργάνιζον και προπαρασκεύαζον την επανάστασιν.

Δοθέντος του συνθήματος και μόλις κροτήσαντος του πρώτου πυροβόλου, η Οθωμανική αρχή θέλουσα δι’ ενός φοβερού κτυπήματος ή να καρατομήση αμέσως τον αγώνα ή να εμπνεύση εις τους πρωταθλητάς αυτού τοιούτον τρόμον ώστε να παραλύση την πρώτην ακατάσχετον ορμήν του, ανενδοιάστως συνέλαβε κατά την ημέραν της Αναστάσεως τον Πατριάρχην, και μετά μυρίας ηθικάς και φυσικάς βασάνους απηγχόνισεν αυτόν επί παρουσία των μεγάλων Χριστιανικών της Ευρώπης Δυνάμεων, ποταπώς τότε και ανάνδρως περιποιούμενων τον ηγεμονεύοντα Μαχμούτ, λάθρα δε υποδαυλιζουσών ίσως και την καθ΄ ημών λύσσαν του.

Το ιερόν λείψανον του μεγάλου της Ελλάδος εθνομάρτυρος έμεινε τρεις όλας ημέρας κρεμάμενον επί της αγχόνης, ύστερον δε παρεδόθη εις χείρας του μαινομένου όχλου των δημίων, και διασυρθέν καθ’ όλας τας ρύμας και τας αγυιάς του Βυζαντίου, ως τι θνησιμαίον ανάξιον ενταφιασμού ερρίφθη εις τα βάθη του Βοσπόρου. Αλλ’ ο Θεός ο Ύψιστος παρέλαβεν αυτό εκ των κόλπων της θαλάσσης και το διεπιστεύθη εις χείρας της ορθοδόξου της Ρωσσίας, ήτις απέδωκεν αυτώ τιμάς αυτοκρατορικάς και λατρείαν ανάλογον προς τον τερατώδη όγκον του διαπραχθέντος στυγερού κακουργήματος και της υψηλής θέσεως, ήν κατείχεν εν των πληρώματι της Εκκλησίας ο απαγχονισθείς Ποιμενάρχης.

Ως αληθή και πραγματικόν άρχοντα του Ελληνικού Έθνους εθεώρησε λοιπόν τότε η Οθωμανική αρχή τον αοίδιμον Πατριάρχην, και εκ της πεποιθήσεως ταύτης ορμωμένη, εφαντάσθη ότι, αποκοπτομένης της κεφαλής, νεκρά θα κατέπιπτον και τα λοιπά μέλη του εθνικού οργανισμού. Αι δε τελεσθείσαι ανοσιουργίαι επί του μαρτυρικού λειψάνου ουδέν άλλο εσήμαινον ει μη κολαφισμούς και ύβρεις κατά του προσώπου της Ελλάδος.

Η εντύπωσις, ήν παρήγαγεν επί της ψυχής των μαχομένων Ελλήνων η απάγχόνισις του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, υπήρξε τρομερά. Έπεσαν καταγής από των χειρών των γενναιοτέρων πολεμιστών παράλυτα τα όπλα και θρήνος μέγας και κοπετός απερίγραπτος εξερράγη από των σπλάχνων του Ελληνισμού. Αλλ’ ευθύς μετά ταύτα άσβεστος δίψα εκδικήσεως και η κοινή συναίσθησις, ότι η μεγάλη και αγία ψυχή του Γρηγορίου είχε κατοικήσει εν τη καρδία των υπέρ πίστεως και πατρίδος μαχομένων, ανεζωογόνησε τον αγώνα και έδωκεν εις αυτόν χαρακτήρα ωρισμένον και αμετάτρεπτον. Ιδού διατί εν τω επομένω στιχουργήματι τα σπουδαιότερα άθλα της επαναστάσεως και η ακαταμάχητος καρτερία του γένους εν ταις συμφοραίς παρίστανται ως ακτίνες φωτοβόλοι, εκπεμπόμεναι από της αγχόνης του μεγαλομάρτυρος Πατριάρχου ως από μυστηριώδους και ακοιμήτου φλογός.

Αλλά μετά την κατάρτισην του Ελληνικού Βασιλείου (κρίμασιν οις οίδε Κύριος!) η ψυχή του Ελληνισμού, ως αν ήθελεν απροσδοκήτως απολιθωθή, έμεινεν αδρανής. Ο όρκος των Φιλικών ελησμονήθη και κατ’ ολίγον εσβέσθη η εκ του μαρτυρίου του Πατριάρχου προκύψασα εντύπωσις και ο εξ αυτής γεννηθείς εν τη καρδία του Έθνους πόθος αιωνίας εκδικήσεως.

Του απαισίου τούτου ψυχικού ληθάργου πιστήν εκπροσώπευσιν εθεώρησα τον ανδριάντα του αοιδίμου Γρηγορίου, αλλά συνάμα εξέλαβον αυτόν και ως σύμβολον μελλούσης αναστάσεως. Ηθέλησα δε πιστώς υπείκων εις τας δοξασίας μου να διακηρύξω και πάλιν, ότι ούτε η απελευθέρωσις μικράς τινος γωνίας της Ελληνικής γης, ούτε αι καλλοναί της πρωτεούσης, ούτε τα θυμιάματα ημών των μεταγενεστέρων, δύνανται να εξυπνήσωσι την κοιμωμένην ψυχήν του Ελληνισμού, και ότι μόνον διά των αυτών εκείνων ενεργειών και παθημάτων, δι’ ών πέπρωται να προκόπτη πας αγών αφορών εις την πλήρη αποκατάστασιν μιας φυλής, θα κατορθώσωμεν και ημείς ν’ ανακτήσωμεν την κληρονομίαν των πατέρων μας.

Αυτή είναι η κυρία ιδέα η απ’ αρχής μέχρι τέλους εμπνέουσα το στιχούργημά μου.

Προσκληθείς υπό του πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου Κυρίου Καστόρχη, του και συντελέσαντος μεγάλως διά των ακαμάτων αυτού προσπαθειών εις την ανακομιδήν του ιερού λειψάνου, να προσφωνήσω διά στιχουργήματος τον ανδριάντα, ον εδωρήσατο ημίν ο ακραιφνής πατριωτισμός του ημετέρου Αβέρωφ, ομολογώ ότι εδίστασα ν’ αποδεχθώ ου μόνον διότι μ’ εφόβιζεν η ευρύτης και το ύψος του θέματος, αλλά και διότι, κακή τύχη, ιδέαι τινές, και τοι φιλοστόργως διαθρέψασαι το έθνος επί μακρούς αιώνας, θεωρούνται σήμερον ως ληρήματα κενά και ως καπνοί ποιητικοί, εξερχόμενοι του εγκεφάλου ολίγων φαντασιοκόπων, ή πηγάζοντες εκ των κερδοσκοπικών διαθέσεων πολιτικών ραδιούργων.

Άλλως τε και πώς να περικλείση τις το μεγαλείον μιας αποθεώσεως και την δόξαν πολυετούς αγώνος εντός του στενωτάτου χώρου ενός ύμνου, ή ενός διθυράμβου;

Και όμως εδέχθην την τιμήν και το βάρος τοιαύτης προσφωνήσεως εν τη πεποιθήσει ότι, δοξασίαι τινές πρέπει να εκδηλώνονται και να διακηρύσσωνται πολύ περισσότερον όταν διώκωνται και χλευάζωνται, παρ’ όταν, μεταβαλλόμεναι εις κοινήν πεποίθησιν και εις καθολικήν πίστιν, ουδεμίαν έχωσιν ανάγκην υποστηρίξεως.

Την υψηλήν ταύτην εντολήν έχει και σήμερον η Ελληνική ποίησις, θέλει δε εκπληρώσει αυτήν μένουσα πιστώς προσκεκολλημένη εις τας αρχαίας εθνικάς παραδόσεις, και μετά θρησκευτικής αφοσιώσεως αναμιμνήσκουσα πάντοτε εις όσους θέλουσι να την ακούσωσιν, ότι αφέθη ατελείωτον το έργον των πατέρων μας και ότι πρέπει να συμπληρωθή.

Εν Αθήναις, τη 25 Μαρτίου 1872.
ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ