Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

▲▲ Καβάφης Κ.Π.

 

 

Είναι περίεργο. Ενώ στην Αθήνα, μετά το 1880, μοναδικό πια σχεδόν πνευματικό κέντρο του ελληνισμού, μεσουρανεί ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή, στα ίδια χρόνια, σε μιαν απομονωμένη περιοχή του ελληνισμού, στην Αλεξάνδρεια, δημιουργεί το έργο του ένας ποιητής, που έμελλε στα υστερότερα χρόνια να πάρει αυτός την κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση και να επηρεάσει αποφασιστικά όλη τη νεώτερη εξέλιξή της ως τις μέρες μας. Ο ποιητής αυτός είναι ο Κ.Π. Καβάφης. […]

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1863, τελευταίος από εννέα παιδιά. […]

[…] Η ζωή του κυλά ήσυχα· έχει μια μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία, κατοικεί στην αρχή μ’ έναν αδερφό του, ύστερα μόνος, τα τελευταία χρόνια τριγυρισμένος από τη συμπάθεια και την εκτίμηση των αλεξανδρινών φίλων. Πέθανε το 1933 την ημέρα των γενεθλίων του από καρκίνο του λάρυγγα.

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 227-228.

 

 

Ο Καβάφης αποτελεί μοναδικό παράδειγμα ισόβιας αφοσίωσης στην ποιητική τέχνη. Γνωρίζει ή μαθαίνει με τον καιρό τις αδυναμίες του· δεν τις αποφεύγει ούτε προσπαθεί να τις καλύψει κάτω από φραστικά κουρέλια, με τα οποία σκέπασαν τη γύμνια τους δεκάδες σύγχρονοί του ή μεταγενέστεροι ποιητές. Γίνεται τόσο αυστηρός με τον εαυτό του, ώστε απορεί κανείς πώς δεν συμπεριέλαβε στο επίσημο έργο του ορισμένα τουλάχιστον από τα λεγόμενα «Αποκηρυγμένα» ποιήματά του. Προσπαθώντας να ανακαλύψει την πορεία του, υπονόμευσε ό,τι εθεωρείτο στην εποχή του ποιητικώς ανεκτό και παραδεκτό. Ξεκίνησε ως στιχουργός της σειράς, μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού. Οι πρώτες του επιδόσεις είναι ψελλίσματα, χειρονομίες ενός ανθρώπου χωρίς πρόσωπο μέσα στο σκοτάδι. Μια από τις μεγάλες αρετές του είναι η εξοντωτική επιμονή του να ανακαλύψει στα βάθη της ύπαρξής του τον γνήσιο εαυτό του και να τον φέρει στο φως. Για πρώτη φορά από τα χρόνια του Σολωμού το πρόβλημα της ποιητικής έκφρασης αποκτά με τον Καβάφη τόσο δραματικές διαστάσεις. Δεν δίστασε να διαλέξει από την ελληνική γλώσσα όσες λέξεις και όποιους τύπους έκρινε απαραίτητους για να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Αδιαφόρησε για τη φανατική προσήλωση στον δημοτικισμό, ένα πνευματικό (και όχι μόνον πνευματικό) κίνημα που συνέθλιψε ποιητές και πεζογράφους για πολλές δεκαετίες και άγγιξε κάποτε τα όρια του εθνικού δράματος στην Ελλάδα. Η γλωσσική τόλμη τού καταλογίστηκε ως αυθαιρεσία· […] το δίκιο ήταν με το μέρος του.

Ο Καβάφης προηγήθηκε κατά πολύ της εποχής του. Η μορφή των ποιημάτων του και ο τόνος της φωνής του ελάχιστα πράγματα διατηρούν από την εώς τότε ελληνική ποίηση. Βαθύτατα ελληνικός, με έντονο το αίσθημα της φυλετικής συνοχής και συνέχειας, μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο με πρόσωπα και προσωπεία που παραπέμπουν ευθέως στο πλούσιο υπέδαφος της ευρύτερης ευρωπαϊκής παιδείας. Ο τρόπος με τον οποίον συνδιαλέγεται με την Ιστορία ξεφεύγει από τα ασφυκτικά σύνορα του κράτους σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, και, πιθανότατα, σε όλες τις εποχές. Ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μάς μίλησε για τη βία και τη μέθη της εξουσίας, για τον πολιτικό οπορτουνισμό, για τη διάψευση των ελπίδων και τους ρημαγμένους ανθρώπους, για την επίφαση των ιδανικών, τους αναμορφωτές και άλλα ηχηρά παρόμοια. Τη χρονιά του θανάτου του, στην καρδιά της Ευρώπης ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία.

Ο Γιώργος Σαραντάρης, ένας άλλος ποιητής που τυραννήθηκε από εκφραστικά προβλήματα, έγραψε και τύπωσε σε μονόφυλλο το 1939 ένα ποίημά του με τίτλο «Κ. Καβάφης». Το πρώτο τετράστιχο αυτής της συνετής, και συνάμα τρυφερής, χειρονομίας έχει ως εξής:

Η πόλη που γεννήθηκες είναι η Κωνσταντινούπολη
Πόλη του μέλλοντος.
Ενώ εσύ, πολύ προτού πεθάνεις,
Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάρια.

Κάθε φορά που προστρέχω στον Καβάφη έχω την εντύπωση πως δεν έπαιζε ζάρια μόνον με το παρελθόν, αλλά και με την ίδια την ποίηση. Κάθε ποίημά του είναι ένα παιχνίδι με την ποίηση· το παίζει και το κερδίζει κλέβοντας. Αναρίθμητοι σχολιαστές, ερμηνευτές και μελετητές του έργου του πασκίζουν όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς επιτυχία, να αποδείξουν ότι κλέβει. Το μόνο που αποκομίζουν είναι η βεβαιότητα πως ο ποιητής έχει κερδίσει όλες τις παρτίδες.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Κ.Π. Καβάφης: Ένας ευρωπαίος ποιητής». Κ.Π. Καβάφης. Σχέδια στο περιθώριο, Διάττων, Αθήνα 1988, 104-106.

 

Το διαβατήριο του Κ.Π. Καβάφη.
Ευγενική παραχώρηση του Ιδρύματος Ωνάση από το Αρχείο Καβάφη.
Το περιεχόμενο αποτελεί ιδιοκτησία του Ιδρύματος Ωνάση και προστατεύεται από τον νόμο.
 

 

[…] Η μεγάλη του αρετή και δύναμη, πιστεύω, είναι ότι εγκαίρως αποφάσισε πως ήθελε να γίνει ποιητής και τίποτε άλλο. Ούτε πολιτικός, ούτε επιχειρηματίας, ούτε καν δάσκαλος. Επάγγελμα: Ποιητής, έγραψε στο τελευταίο διαβατήριό του, και αυτόν τον τίτλο ζήτησε να χαράξουν στην ταφόπετρά του.

Με ποιους τρόπους πραγματοποίησε το ιδανικό του;

Πρώτα-πρώτα, θα ’λεγα, με μιαν ασκητική προσήλωση στις πιο φίνες λεπτομέρειες της τέχνης του λόγου και όχι στα μάταια ρυθμικά και λεκτικά στολίδια της, δίνοντας έτσι, νέο, ουσιαστικό νόημα στην λεγόμενη «καθαρή» ποίηση.

Δεύτερον, με την τόλμη της ειλικρίνειας των αισθημάτων του απέναντι στον Έρωτα και στον Θάνατο — τόλμη και ειλικρίνεια που του δίνουν μια από τις πιο τιμητικές θέσεις στην παγκόσμια ποιητική πρωτοπορία.

Τρίτον, με την ιστορική του αίσθηση και την κοινωνική του συνείδηση, που προβάλλονται στο παρελθόν και αντανακλώνται στο μέλλον του Ελληνισμού, ως αδιάκοπου εκφραστή του Μεσογειακού πολιτισμού.

Γ.Π. Σαββίδης, «Τι εκόμισε στην Τέχνη ο Καβάφης; (1983)». Μικρά Καβαφικά. Β΄, Ερμής, Αθήνα 1987, 411-412.

 

 

Οι πρώτες δημοσιεύσεις αρχίζουν το 1886, τη χρονιά της πρώτης συλλογής του Παλαμά, σε καθαρεύουσα· ρομαντικά στη σύλληψή τους, τα ποιήματα αυτά δε φαίνονται καθόλου επηρεασμένα από την αλλαγή του 1880 […]. Αλλά το 1891 κιόλας εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο ένα ποίημα («Κτίσται») που προοιωνίζει την κατοπινή εξέλιξη, και το 1896 γράφει τα «Τείχη», ποίημα πια απόλυτα «καβαφικό». Ο Καβάφης θα αποκηρύξει σχεδόν όλα αυτά τα έργα μιας ολόκληρης δεκαετίας και δε θα τα ενσωματώσει στην έκδοση των έργων του. Τέτοιες «εκκαθαρίσεις» θα κάνει κι άλλες πολλές· ακόμα και στην ώριμη περίοδό του γράφει ποιήματα, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν τα «εκδίδει». Το «corpus» των «αναγνωρισμένων» ποιημάτων του είναι συνολικά 154· πρώτο χρονολογικά τα «Τείχη» του 1896, τελευταίο το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» του 1933, της χρονιάς του θανάτου του. Και τα ποιήματα είναι όλα σύντομα· σπάνια εκτείνονται και σε δεύτερη σελίδα· μόνο ένα φτάνει ως την τρίτη.

Η ιδιοτυπία του Καβάφη εκδηλώνεται και στον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορούσε τα ποιήματά του, σε μικρά φυλλάδια. Το 1904 σ’ ένα μικρό τεύχος διαλέγει και τυπώνει δεκατέσσερα, και το 1910 τα ξαναεκδίδει προσθέτοντας άλλα εφτά· τα τεύχη αυτά, τυπωμένα σε 100 έως 200 το πολύ αντίτυπα, κυκλοφορούν ιδιωτικά. Από το 1912 τυπώνει μεμονωμένα φύλλα, που τα συναπαρτίζει κάθε φορά μόνος του (μ’ έναν μετάλλινο συνδετήρα) σε συλλογές — άλλες με κατάταξη απλά χρονολογική, άλλες με κάποια θεματική. Πολλές φορές διορθώνει με το χέρι κάποιο στίχο ή ξανατυπώνει διορθωμένο το ποίημα και αντικαθιστά το παλαιότερο. Μια αδιάκοπη επαφή και ένας εσώτατος δεσμός του δημιουργού με το έργο του.

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 228-229.

 

 

Ο Καβάφης […] δεν έβγαλε ποτέ όσο ζούσε συλλογή προορισμένη για το εμπόριο. Η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά το θάνατό του (1935) στην Αλεξάνδρεια. Την πολυτελή έκδοση επιμελήθηκαν οι Αλέκος Σεγκόπουλος, Τάκης Καλμούχος και Ρίκα Αγαλλιανού-Σεγκοπούλου. Και οι τρεις είναι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος. Κληρονόμος ο πρώτος, ζωγράφος ο δεύτερος, αναλαμβάνει την καλλιτεχνική επιμέλεια, ενώ η Ρίκα Σεγκοπούλου, τελευταία γραμματέας του, φέρει τη φιλολογική ευθύνη. Λέγεται ότι ο ίδιος είχε αφήσει καθορισμένο χρηματικό ποσό για την μεταθανάτια έκδοση. Αν το δεχθούμε ως αληθές, πρόκειται για εκτέλεση διαθήκης με ό,τι εκείνος εν ζωή «εκόμισε εις την Τέχνην» με τα θρυλικά μονόφυλλα.

Η μεταθανάτια αυτή έκδοση παρατάσσει κατά χρονολογική τάξη 154 ποιήματα, με ακροτελεύτιο το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (1933), το οποίο δεν πρόλαβε να τυπώσει σε μονόφυλλο. Έτσι καθορίστηκε ο τελικός αριθμός των Αναγνωρισμένων ποιημάτων του Καβάφη, αφού η έκδοση λειτούργησε ως δεσμευτικός κανόνας για όλες τις κατοπινές ελληνικές και ξένες εκδόσεις, προκαλώντας ως σήμερα μπόλικες φιλολογικές στεναχώριες στους ζηλωτές της καβαφικής ποίησης.

Ως το 1948, έτος που κυκλοφόρησε η πρώτη αθηναϊκή έκδοση του Καβάφη από τον «Ίκαρο» και τον κατέστησε προσιτό σε περισσότερους αναγνώστες, υπήρχε μόνο η ακριβή και σπάνια έκδοση της Αλεξάνδρειας. Πιστή της πρώτης η αθηναϊκή, εμφανίζεται ως δεύτερη και από τότε η έκδοση Καλμούχου, όπως συνηθιζόταν να λέγεται, πέρασε σε αχρησία, χωρίς βέβαια να χάσει ποτέ αξία συλλεκτική ή, κυρίως, συναισθηματική. Δεκάξι χρόνια αργότερα, το 1963, διπλή ημερολογιακή επέτειος για τον Καβάφη: εκατόχρονα γέννησης (17/29 Απρ. 1863), τριαντάχρονα θανάτου (29 Απρ. 1933), εμφανίζεται το δεύτερο εκδοτικό ορόσημο. Πάλι ο «Ίκαρος», ο οποίος κρατά τα καβαφικά δικαιώματα, κυκλοφορεί σε δυο τόμους —Ιούνιο τον πρώτο, Νοέμβριο το δεύτερο— τη γνωστή ως σήμερα τυποποιημένη έκδοση των Ποιημάτων με φιλολογική επιμέλεια και οικονομημένες σημειώσεις του Γ. Π. Σαββίδη. Στο εξής, αντί για έκδοση Καλμούχου, θα μιλάμε πλέον για έκδοση Σαββίδη, ο οποίος την αντιδιαστέλλει ως προς την αλεξανδρινή, δηλώνοντας ευθέως στον πρόλογό του πως πρόκειται για λαϊκή έκδοση. Πέρα από τα στοργικά ψιλολογήματα και τον αριθμό που μένει απαραβίαστος, αποκαθίσταται εδώ η απόλυτη χρονολογική σειρά, στέλνοντας όμως ως επίμετρο όλα τα πριν του 1905 ποιήματα, δηλαδή όσα της περιόδου 1896-1904, στο τέλος του πρώτου τόμου. Έτσι «κλειδώνεται» οριστικά το θέμα Καβάφης πάνω στα Αναγνωρισμένα ποιήματα και από τότε τα περισσότερα, αν όχι όλα τα καβαφικά κοστούμια, επίσημα και μη, θα βελονιάζονται έχοντας ως πατρόν την έκδοση Σαββίδη.

Κωστής Λιόντης, «Καβαφολογία», εφ. Η εποχή, 752 (23 Ιαν. 2005).

 

 

Η προσωπική μου ιδέα είναι ότι από μια ορισμένη στιγμή και πέρα —τη στιγμή αυτή την τοποθετώ στα 1910 περίπου— το καβαφικό έργο πρέπει να διαβάζεται και να κρίνεται όχι σαν μια σειρά από χωριστά ποιήματα, αλλά σαν ένα και μόνο ποίημα εν προόδω —ένα «work in progress», όπως θα ’λεγε ο James Joyce— που τερματίζει ο θάνατος. Ο Καβάφης είναι, νομίζω, ο «δυσκολότερος» ποιητής της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας και τον καταλαβαίνουμε πολύ καλύτερα όταν τον διαβάζουμε με το συναίσθημα της παρουσίας του συνολικού του έργου. Αυτή η ενότητα είναι η χάρη του […].

Γιώργος Σεφέρης, «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι». Δοκιμές. Πρώτος τόμος (1936-1947), Ίκαρος, Αθήνα 1984 (5η έκδ.), 328.

 

 

Ιδού, απλά, το σχεδιάγραμμα που βγαίνει ίσαμε τώρα από το έργο του [Καβάφη].

Έχει τρεις περιοχές —την φιλοσοφική (ή της σκέψης), την ιστορική, και την ηδονική (ή αισθησιακή).

Η ιστορική περιοχή κάποτε προσεγγίζει τόσο στην ηδονική (ή αισθησιακή) που είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς ωρισμένα ποιήματά τους. Δύσκολο· όχι ακατόρθωτο. […]

Επανάληψη στον Καβάφη δεν βρίσκεται ποτέ. Το κάθε ποίημά του, χωρίς εξαίρεση, έχει κάτι το διαφορετικό από τα άλλα του. Αυτό, ως γνωστόν, είναι ένας από  τους πρώτους κανόνες  της καβαφικής σύνθεσης. Κάθε νέο ποίημα προσθέτει στην περιοχή του κάτι (πότε πολύ, πότε λίγο). Κάποτε ποιήματα εισέρχονται στην περιοχή ως συμπληρώσεις. Κάποτε το φως ενός καινούριου ποιήματος ελαφρά διαπερνά το ημίφως ενός παλαιοτέρου (φως στο ένα ποίημα, ημίφως στο άλλο — όχι στον βρόντο· αλλά σύμφωνα με προσεκτικότατη ποιητική οικονομία).

Επανάληψη στον Καβάφη δεν υπάρχει· επιστροφή όμως σε μια απ’ τις τρεις του περιοχές (σε μια απ’ τις κατηγορίες θεμάτων) υπάρχει. […]

Αλεξανδρινή Τέχνη (Αλεξάνδρεια), τχ. Α΄6 (Μάιος 1927) 39-40.

 

 

[…] Οπωσδήποτε πολλά οφείλονται στη γλώσσα, που κομίζει εντυπωσιακά αποτελέσματα από την πρόσμιξη δημοτικής και καθαρεύουσας. Συχνά ο ποιητής δανείζεται λέξεις από τα πρόσωπά του, τις οποίες μπορεί να ενσωματώνει σε αποσπάσματα ελεύθερου πλάγιου λόγου. Άλλοτε πάλι παραχωρεί τον λόγο στα ίδια τα πρόσωπα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν ενοχλούν επίθετα φθαρμένα όπως «έμορφος» ή «θαυμάσιος» ή λέξεις που προφέρονται με ιδιαίτερη έμφαση. Ειδικά για τη χρήση της έμφασης ο Καβάφης μας προειδοποιεί, όπως πάντοτε μέσω τρίτου (του Γ. Λεχωνίτη, Καβαφικά αυτοσχόλια, Αλεξάνδρεια 1942, σ. 28):

Οι γνωστοί του ύφους του Καβάφη γνωρίζουν καλά, ότι ο ποιητής σπανίως κάμνει χρήσιν εμφάσεως, όταν δε συναντήσωμεν τοιαύτην κάτι ασφαλώς σημαίνει. Δεν έγινε τυχαίως ή από παρασυρμόν λυρισμού.

Λέξεις που ανήκουν στο συμβατικό λεξιλόγιο της ποίησης του καιρού του αποκλείονται· επίσης και εκτρωματικά σύνθετα όπως αυτά που έφτιαξε ο Παλαμάς. […]

Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 332-333.

 

 

Γύρω στο 1900 οι δύο ποιητές έχουν τακτοποιήσει τους λογαριασμούς με τη γενιά τους. Ο Παλαμάς έχει αναδειχτεί σε ηγέτη της, ενώ ο Καβάφης θέτει εαυτόν εκτός γενεάς· αποσχίζεται από τις κοινές τάσεις του ελληνικού και του ευρωπαϊκού ρεύματος για να χαράξει έναν δικό του, μοναχικό δρόμο, που θα αποδειχτεί παράλληλος —αν και διαφορετικής κατασκευής— με εκείνον που θα ανοίξουν σε λίγο οι ποιητές του δυτικού μοντερνισμού.

[…]

Από την άποψη της εκφραστικής οικονομίας και της γλώσσας οι δύο ποιητές είναι διαφορετικοί. Ο Παλαμάς είναι ποιητής μιας ευρύτατης κλίμακας συναισθημάτων, που αναπτύσσονται —ενίοτε με μακρότατες συνθέσεις— σε πολύτομο έργο, και μιας χυμώδους λυρικής γλώσσας που όχι λίγες φορές γίνεται ανοικονόμητη. Ο Καβάφης περιορίζεται σε ορισμένα βασικά συναισθήματα, που συμπυκνώνονται σε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων και σε μιαν ειρωνική γλώσσα, αντιλυρική και «ασυγκίνητη», που κάποτε γίνεται αντιποιητικά στεγνή.

Οι μεγάλες, ωστόσο, διαφορές των δύο ποιητών δεν εμποδίζουν να αισθανθούμε τις ομοιότητές τους, που είναι, όπως είπαμε, όχι ασήμαντες. Μία από αυτές είναι, άλλωστε, φανερή. Αναφέρομαι στην περίοπτη θέση που κατέχει στο έργο τους ο ελληνισμός. […] Ο Καβάφης πιστεύει στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού όχι λιγότερο απ’ ό,τι ο Παλαμάς, και η πεποίθησή του αυτή, μαζί με τη συχνότητα των ελληνικών θεμάτων στην ποίησή του, τον κάνουν ποιητή εξίσου ελληνοκεντρικό με τον Παλαμά.

Νάσος Βαγενάς, «Παλαμάς-Καβάφης: διαφορετικοί αλλά πόσο;». Κινούμενος στόχος. Κριτικά κείμενα, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, 80 & 82-83.

 

 

Κατά γενικόν κανόνα οι μεγάλοι συγγραφείς και ποιηταί έγραψαν τα καλύτερά τους έργα εις ηλικίαν νέαν, προ του γήρατος. Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος. Τα ζωηρότερα γεγονότα δεν μοι εμπνέουν αμέσως. Χρειάζεται πρώτα να περάσει καιρός. Κατόπιν τα ενθυμούμαι και εμπνέομαι.

Πολλοί ποιηταί είναι μόνον ποιηταί. Ο Πορφύρας π.χ. είναι μόνον ποιητής. Ο Παλαμάς όχι. Έγραψε διηγήματα. Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός. Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλ’ αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν. Μα τώρα είναι πια αργά.

Γ. Λεχωνίτης, Καβαφικά αυτοσχόλια. Με Εισαγωγικό Σημείωμα Τίμου Μαλάνου, Αθήνα 1977 (2η έκδ.), 19-20.

 

Το αυτόγραφο του ποιήματος «Επιθυμίες»
[πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού].
 

 

 

Είναι κοινή, νομίζω, διαπίστωση ότι ο ηδονισμός συνιστά την πιο έντονη οσμή και γεύση της καβαφικής ποίησης και ότι τα «ηδονιστικά» ποιήματα συγκροτούν ποσοτικά και ποιοτικά ένα αξιόλογο corpus. Ενδεικτικό είναι το ότι στον Πίνακα λέξεων των 154 ποιημάτων, το λήμμα ηδονή έχει 30 παραπομπές — ανήκει δηλαδή στις λέξεις με πολύ υψηλή συχνότητα.

Από τους χρονολογικούς πίνακες σύνθεσης και δημοσίευσης των ποιημάτων, προκύπτει πως ο Καβάφης γράφει ηδονιστικά ποιήματα από το 1892. Μέχρι το 1910 έχει γράψει τουλάχιστον είκοσι δύο, αλλά έχει δημοσιεύσει μόνο δύο· δώδεκα θα τα δημοσιεύσει μετά το 1911, ενώ τα υπόλοιπα οκτώ θα παραμείνουν ανέκδοτα. […] η δημοσίευση αυτών των ποιημάτων πυκνώνει ιδίως μετά το 1915. Το συμπέρασμα είναι προφανές: ο Καβάφης αναβάλλει επί μακρόν τη δημοσίευση των ηδονιστικών ποιημάτων του. Εύλογα γεννάται το ερώτημα, αν οι λόγοι που υπαγόρευαν την αναβολή έχουν να κάνουν με την καλλιτεχνική συνείδηση του ποιητή που ενδιαφερόταν για την αρτιότητα και την υποδοχή του έργου του ή και με τον χαρακτήρα του: τη δειλία που του καταλογίζουν, και που θα τον ανάγκαζε να λογαριάζει τον κοινωνικό αντίκτυπο της προκλητικής θεματολογίας της ποίησής του. Η απάντηση στο ερώτημα είναι περισσότερο σύνθετη από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, και συνδέεται με την ιδιομορφία της εκδοτικής πρακτικής του Καβάφη […].

[…]

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται ο ηδονισμός της καβαφικής ποίησης δεν το συνθέτουν μόνον η παράδοση της παλαιότερης λογοτεχνίας του ηδονισμού και πολλοί από τους «παρακμίες» του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Είναι και η παράλληλη πρωτότυπη ελληνική συμβολή — κάτι που δεν είναι γνωστό, και που μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Καβάφης δεν είναι ούτε ο μόνος ούτε ο πρώτος Έλληνας ποιητής εκπρόσωπος της ηδονιστικής λογοτεχνίας. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα αξίζει, πιστεύω, να μελετηθεί συστηματικά, αφού προηγηθεί η συγκέντρωση υλικού. Εδώ μπορούμε ν’ αρκεστούμε σε μια πρώτη γενική διαπίστωση: στην Ελλάδα, η λογοτεχνία του ηδονισμού εμφανίζεται μάλλον στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και μέσα σε λίγα χρόνια διαμορφώνεται σ’ ένα δυναμικό ρεύμα […]. Συνεπώς, όταν ο ηδονισμός της καβαφικής ποίησης αρχίζει να προβάλλει δυναμικός και προκλητικός (από το 1911, κυρίως όμως μετά το 1915), στην Ελλάδα, έχει ήδη εκδηλωθεί αυτή η ροπή, ενώ μετά το 1915 τα έργα, ποιητικά και πεζά, που θεματοποιούν τη σαρκική ηδονή, σε διάφορες και διαφορετικές εκφάνσεις ή και εντάσεις, πληθαίνουν εντυπωσιακά.

Χ.Λ. Καράογλου, «Ο ηδονισμός της καβαφικής ποίησης και η κριτική: από τη σκανδαλοθηρία ώς την αμηχανία». Εκτός ορίων. 2+1 κείμενα για τον Καβάφη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, 13-14 & 21-23.

 

 

[…] είναι αναρίθμητες οι εικαστικές δοκιμές που επιχείρησαν Έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες, είτε ως σχόλια συγκεκριμένων ποιημάτων είτε ως προσωπογραφίες του ποιητή. Η συχνότητα και ο αδιάπτωτος ρυθμός με τον οποίον εμφανίζονται κάθε τόσο τα καβαφικής εμπνεύσεως εικαστικά έργα μάς υποχρεώνει να κάνουμε λόγο για ένα ακόμη μοναδικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει το έργο του Αλεξανδρινού, ενδεικτικό της τεράστιας και διεθνούς απήχησής του στις μέρες μας. Αυτό το όντως εντυπωσιακό, εκ πρώτης όψεως, θέμα συνιστά πιθανότατα μιαν έκφραση συντεχνιακής αλληλεγγύης· πρόκειται για μια δικαιωματική και δικαιωμένη αμφίδρομη σχέση — κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους μετακαβαφικούς ποιητές που εμπνέονται από το έργο του Αλεξανδρινού και οι οποίοι συνθέτουν πάσης φύσεως και μορφής καβαφογενή ποιήματα. Η αμφίδρομη αυτή σχέση έχει την αφετηρία της στον ίδιον τον ποιητή. Θυμίζω πως τα περισσότερα πρόσωπα που δρουν και πάσχουν στην καβαφική ποίηση προέρχονται από τους χώρους του Λόγου και της Τέχνης: ηθοποιοί, γλύπτες, ποιητές, ζωγράφοι, γραμματικοί, ρήτορες, αοιδοί, χαράκτες, σοφιστές, μουσικοί. Κάποτε και το σκηνικό όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα τοποθετείται στο αρμόζον περιβάλλον: θέατρα, Αγορά, βιβλιοθήκες, εργαστήρια καλλιτεχνών. Περίπου 50 από τα 154 ποιήματα του «κανόνα» περιγράφουν τον βίο, τη μοίρα, τους έρωτες, τα έργα και τις ποικίλες μεταστροφές της τύχης αυτών των προσώπων. Η ίδια αναλογία, ένα προς τρία, παραμένει σταθερή και στο σύνολο της καβαφικής ποιητικής παραγωγής («κανόνας», κρυμμένα, αποκηρυγμένα). Σαν καλός ζωγράφος, γλύπτης ή χαράκτης, ο Καβάφης ακολουθεί τους κανόνες της εικαστικής σύνθεσης, επιλέγει τί θα περιλάβει και τί θα αφήσει απ’ έξω, απομονώνει τις κρίσιμες λεπτομέρειες και αποδίδει με ζωντάνια και ακρίβεια τις μορφές των επωνύμων ή ανωνύμων ηρώων του και, ιδίως, τα κινήματα της ψυχής τους, τον λογισμό και τα όνειρά τους.

[…] θα μπορούσαμε […] να ισχυριστούμε πως ένας ακόμη από τους ουσιώδεις χαρακτηρισμούς που θα μπορούσε κανείς να προσγράψει (και να προσθέσει) στον ποιητή είναι και ο εξής: ο Καβάφης είναι ένας εικαστικός. Ένας τέτοιος ισχυρισμός βασίζεται κυρίως στα στοιχεία που παρέχουν τα ίδια τα ποιήματά του: Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίον αποδίδονται οι μορφές των προσώπων, η σκηνοθετική δεξιότητα, η αίσθηση οικονομίας του χώρου όπου εκτυλίσσονται τα μικρά και μεγάλα ανθρώπινα πάθη, το χρωματικό λεξιλόγιο, η απομόνωση και ο ιδιαίτερος φωτισμός που προσλαμβάνουν οι καίριες στιγμές της σημαντικής ή της ασήμαντης ιστορικής στιγμής, η συνολική εικονοποιία των στίχων του, όπως την εισπράττει ακόμη και ο αμύητος αναγνώστης.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο Κ.Π. Καβάφης και οι εικαστικοί καλλιτέχνες. Μια αμφίδρομη σχέση». Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, εισαγ. σημείωμα Δημήτρης Δασκαλόπουλος, επίμετρο Θανάσης Θ. Νιάρχος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005, 7-9.

 

Ποίημα του Κ.Π. Καβάφη σε τοίχο κτιρίου
στην πόλη Leiden της Ολλανδίας [πηγή: Βικιπαίδεια].
 

 

 

Η σημερινή απήχηση της καβαφικής ποίησης, τόσο στους Έλληνες όσο και στους ξένους αναγνώστες της, αποκτά τις διαστάσεις φαινομένου, όταν σκεφτούμε ότι ο Καβάφης, που είναι ένας χρονικά παλαιός ποιητής, δεν διαβάζεται ως ένας ποιητής που είχε ξεχαστεί και που ανακαλύπτεται εκ νέου. Ως προς τους Έλληνες, η μελέτη της αναγνωστικής του τύχης δείχνει ότι —διαφορετικά από εκείνη του νεότερού του Σικελιανού, ο οποίος, έπειτα από μια περίοδο αναγνωστικής παραμέλησης, φαίνεται να επανεκτιμάται, και δικαίως, σήμερα, όμως ως παλαιός ποιητής— η γοητεία της ποίησης του Καβάφη, από την εποχή του θανάτου του (1933) έως σήμερα, παρουσιάζει μιαν ανοδική πορεία, και ότι ο Καβάφης διαβάζεται και σήμερα —για την ακρίβεια, σήμερα διαβάζεται περισσότερο— με την αμεσότητα με την οποία διαβάζεται ένας σημερινός ποιητής. Το ίδιο θα λέγαμε και για την απήχησή του στους ξένους αναγνώστες, η οποία στο επίπεδο του ευρύτερου κοινού γίνεται αισθητή από τη δεκαετία του 1960 και εξής, όταν τα ποιήματα του καβαφικού κανόνος (ή τα περισσότερα από αυτά) έχουν μεταφραστεί στις μείζονες δυτικές γλώσσες (αγγλικά: 1952, 1961· γερμανικά: 1953· γαλλικά: 1958· ιταλικά: 1961· ισπανικά: 1964). Ο ποιητής που γράφει τα ποιήματά του στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού διαβάζεται ως ποιητής —και μάλιστα χαρακτηριστικός— του τέλους του εικοστού αιώνα.

[…]

[…] ο Καβάφης θα μπορούσε να θεωρηθεί δημιουργός ενός νέου ποιητικού είδους: μιας ιδιότυπης δραματικής ποίησης που, επειδή το κύριο στοιχείο της είναι η ειρωνεία, θα μπορούσε —για να διακριθεί από την «λυρικής» μορφής δραματική ποίηση— να ονομαστεί ειρωνική ποίηση.

Μιλάω βέβαια για νέο είδος καθ’ υπερβολήν, για να υπογραμμίσω το καινοφανές της έκφρασης του Καβάφη, το οποίο δίνει την αίσθηση ότι η ποίησή του είναι συντεθειμένη με μια νέα τεχνοτροπία. Κι αυτό μας φέρνει στο χαρακτηριστικό που επισημάναμε προηγουμένως, στην απουσία παλαιότητας από την ποίηση του Καβάφη. Επειδή κάθε τεχνοτροπία είναι προϊόν μιας εποχής, τα καλλιτεχνικά έργα του παρελθόντος, ανεξάρτητα από τη ζωντάνια τους, ή μάλλον εις πείσμα της, φέρουν αναπότρεπτα πάνω τους τα σημεία του καιρού τους, που είναι σημεία μιας παλαιότητας. Η ποίηση του Καβάφη δίνει την αίσθηση ότι είναι ποίηση μιας νέας τεχνοτροπίας, γιατί είναι γραμμένη σε μια μη αναγνωρίσιμη τεχνοτροπία. Και τούτο γιατί τα στοιχεία που απορρόφησε από την περιδιάβασή του στις διάφορες τεχνοτροπίες της εποχής του (ρομαντική, παρνασσική, συμβολιστική, αισθητιστική) ο Καβάφης κατόρθωσε, «στην καλή του εποχή», στα ποιήματα που είναι τα πλέον χαρακτηριστικά της τέχνης του, να τα συγχωνεύσει σ’ ένα δικό του κράμα, το οποίο τα απομακρύνει ή τα αποκόπτει από αυτές· ένα κράμα που δεν είναι διαμορφωμένο ούτε από τις συγκεκριμένες ποιητικές επιταγές του ανερχόμενου στις αρχές του αιώνα μας μοντερνισμού — το οποίο, όμως, επειδή δεν είναι ασύνδετο με το πνεύμα αυτής της εποχής, ανοίγει τον δρόμο ενός ιδιότυπου, ενός προσωπικού ποιητικού μοντερνισμού. Την ιδιοτυπία σ’ αυτόν τον μοντερνισμό τη δίνει η καβαφική χρήση της ειρωνείας. Και είναι κυρίως η ιδιότυπη χρήση του ειρωνικού στοιχείου —που ως βασικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης είναι στοιχείο διαχρονικό— εκείνο που εξουδετερώνει τα γνωρίσματα της τεχνοτροπίας από το τεχνοτροπικό κράμα της καβαφικής ποίησης και ανατρέπει κάθε τάση της προς παλαίωση.

Πιστεύω ότι η ειρωνεία είναι και ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη παρουσιάζεται σήμερα ζωντανότερη απ’ ό,τι προηγουμένως. Καθώς η εποχή μας είναι εποχή ιδιαζόντως ειρωνική, αφού ο άκρατος σχετικισμός της κατέστησε τη διάκριση ανάμεσα στη φαινομενική και την πραγματική πραγματικότητα δύσκολη, η ποίηση του Καβάφη με την ειρωνική της γεύση, με την αποκαλυπτική της ανθρώπινης αυταπάτης ιδιότητά της, έχει γίνει πιο επίκαιρη από ποτέ. Γιατί της έχει δοθεί η ευκαιρία να αναδείξει στο έπακρο τη δύναμη του ρεαλισμού της.

Νάσος Βαγενάς, «Εισαγωγή». Συνομιλώντας με τον Καβάφη. Ανθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων, επιμ. Νάσος Βαγενάς, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2000, 19-20 & 34-35.

 

 

[…] Ο Κωνσταντίνος Καβάφης επιβεβαιώνεται πλέον συνεχώς ως η κεντρική λογοτεχνική μορφή του νεοελληνικού κανόνα· είναι ο έλληνας συγγραφέας με τη μεγαλύτερη, διαρκώς αυξανόμενη και ιδιαίτερα παραγωγική, παγκόσμια δημοφιλία, ουσιαστικά ο μόνος που ανήκει στον κανόνα αυτού που ονομάζουμε «world literature» — κείμενα και συγγραφείς δηλαδή που ένας μέσος μορφωμένος πολίτης του κόσμου κατά πάσα πιθανότητα γνωρίζει.

[…]

[…] Αρκεί μια περιήγηση στο Ίντερνετ για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του παγκόσμιου χειροτεχνικού εργαστηρίου που έχει στηθεί με αφορμή την καβαφική ποίηση. Μοιάζει λιγάκι σαν η εποχή των Καβαφιστών να έχει τελειώσει και να έχουμε πλέον μπει στην εποχή των… Cavafistas. Και εννοώ με αυτό ότι ένας διεθνής, πολυφωνικός, πολυπρισματικός και σίγουρα ομοφυλόφιλος Καβάφης, γίνεται αντικείμενο συζήτησης, θαυμασμού και αναδημιουργίας, σύγκρισης με άλλους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα και δυναμικής ανάγνωσης, μ’ έναν τρόπο που ξεπερνά τη στατική έκδοση των κειμένων του, ή τους μικροφιλολογικούς καβγάδες για το μήκος των στίχων του.

Δημήτρης Παπανικολάου, «Ο Καβάφης στον 21o αιώνα», περ. The Book’s Journal, τχ. 4 (Φεβρ. 2011) 52.

 

Το διαμονητήριο του Καβάφη στην Ελλάδα για το έτος 1932-1933.
Ευγενική παραχώρηση του Ιδρύματος Ωνάση από το Αρχείο Καβάφη.
Το περιεχόμενο αποτελεί ιδιοκτησία του Ιδρύματος Ωνάση και προστατεύεται από τον νόμο.
 

 

— Και μια στερνή ερώτηση: Τι νομίζετε ότι αντιπροσωπεύει σήμερα το έργο του Καβάφη μέσα στη σύγχρονη παγκόσμια ποίηση;

ΣΑΒΒΙΔΗΣ: Μια εύκολη διαφυγή από αυτό το ερώτημα —ερώτημα που τσακίζει κόκαλα!— είναι πως αντιπροσωπεύει τον Μείζονα Ελληνισμό, που είναι κάτι διαφορετικό από την Μεγάλη Ελλάδα των πατέρων μας ή από την Μεγάλη Ιδέα των παππούδων μας. Και αντιπροσωπεύει όλους τους αναγνώστες που βρίσκουν κάτι από τον εαυτό τους, αλλά και κάτι πέρα από τον εαυτούλη τους, μέσα στα ποιήματα του Καβάφη. Δεν είναι λίγο…

Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Καβάφης εκφράζει τον Μείζονα Ελληνισμό. Συνέντευξη με τον Γιώργο Πηλιχό (1983)». Μικρά Καβαφικά. Β΄, Ερμής, Αθήνα 1987, 407.

 

Δείτε επίσης και:


Παλαμάς Κωστής