"Institute of Educational Policy" Books

Search

Go
Show

Ποια αξία έχει για μας σήμερα ο προβληματισμός του συγγραφέα;

Το 12ο αιώνα διαμορφώνεται η δημώδης λογοτεχνία (δεν πρέπει να συγχέεται με τα δημοτικά τραγούδια ή τις λαϊκές διηγήσεις), όπου επικρατεί η λαϊκή ή λαϊκότροπη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούν και πολλοί λόγιοι. Ο κυριότερος από αυτούς είναι ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος που έγραψε πολλά λογοτεχνικά έργα. Έγινε όμως διάσημος για τα πτωχοπροδρομικά του ποιήματα, όπου διεκτραγωδεί τα βάσανά του ασκώντας ταυτόχρονα κοινωνική κριτική.

Αν μ' έλειπαν τα γράμματα και μάθαινα τεχνίτης Ως δ' ήκουσα του γέροντος, δέσποτα, του πατρός μου έμαθα τα γραμματικά, πλην μετά κόπου τόσου! Αφού δε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης, επιθυμώ και το ψωμίν, και κύταλον και ψίχαν, και δια την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν, υβρίζω την γραμματικήν και κλαίγω και φωνάζω: ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και που τα θέλει! […] Αν μ' έλειπαν τα γράμματα και μάθαινα τεχνίτης απ' αυτούς όπου κάμνουσι τα κλαπωτά και ζούσιν να μάθαινα τέχνην κλαπωτήν και να 'ζουν μετ' εκείνην να 'νοιγα το ερμάριν μου να το 'βρισκα γεμάτον ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν […] Απόσπασμα από πτωχοπροδρομικό ποίημα, στο Η. Βουτιερίδης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1976,81. κλαπωτή τέχνη: ραπτική, πληθυντικόν: άφθονο θυννομαγερία: μαγειρευτός τόνος (ψάρι)

Του μικρού Βλαχόπουλου Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν, κι αντάμα έχουν τους μαύρους των στον πλάτανο δεμένους. Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια, και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν και που χαροκοπούσαν, πουλάκι πήγε κι έκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα. Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι, Μόν' ελαλούσε κι έλεγεν αθρωπινή κουβέντα: «Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε, και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοί κουρσάροι. Πήραν τα' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη». […] Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίσει. Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνούς κι Αράπηδες κουρσάρους, οι κάμποι επρασινίζανε, τα πλάγια κοκκίνιζαν, άρχισε να τους διαμετράει, διαμετρημούς δεν είχαν. Να πάει πίσω ντρέπεται, να πάει εμπρός φοβάται. Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει: «Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι στο γαίμα για να πλέξεις; - Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι στο γαίμα για να πλέξω […] στα έμπα του χίλιους έκοψε, στα ξέβγα δυο χιλιάδες, και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει. Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα, και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη. Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει. Μιχάλη Περάνθη, Ανθολογία, τ. Γ', χ.χ. 491-422. Ποιες ιστορικές πληροφορίες αντλούμε για τη ζωή των ακριτών από το απόσπασμα αυτό;

Κατά την εποχή των Παλαιολόγων ευδοκιμεί το έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα σε δημώδη γλώσσα με φραγκικές, ανατολικές και λαϊκές επιδράσεις. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της λογοτεχνικής παραγωγής της Φραγκοκρατίας είναι το ιστορικό ποίημα Το Χρονικόν του Μορέως (περίπου 1300). Το έργο αυτό που εξιστορεί τη φραγκική κυριαρχία (1204-1292) στο Μοριά (Πελοπόννησο) είναι χωρίς λογοτεχνική αξία, έχει όμως γλωσσικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Ο στιχουργός του, εξελληνισμένος γλωσσικά Φράγκος, δεν κρύβει τα εχθρικά αισθήματά του για τους Έλληνες.