Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

  • ΛΗΜΜΑ

    • ἱερός
    • επίθετο
    • -ά, -όν και -ός, -όν
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • Α. θεϊκός, αυτός που βρίσκεται κάτω από την προστασία του θεού, που εμπνέεται από τον θεό, γενναίος, δυνατός |αφιερωμένος στον θεό, άγιος, ιερός, σεπτός, αμόλυντος |σε συνδυασμό με τοπωνύμιο ή προσηγορικό τόπου Β. |το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱερόν=ναός, ιερός τόπος |τὰ ἱερά=ο ναός |τὰ ἱερά=προσφορές, θυσίες, ιερές τελετές, εντόσθια του θύματος |φρ. ἱερὰ νόσος=επιληψία |φρ. ἱερὰ τριήρης=η Σαλαμινία και η Πάραλος |φρ. ἱερὸς νόμος=ο νόμος σχετικά με τις θυσίες |φρ. ἱερὰ γράμματα=ιερές γραφές, ιερογλυφικά |φρ. ἱερὸν ἦμαρ=θεία μέρα

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • Α. θεϊκός, αυτός που βρίσκεται κάτω από την προστασία του θεού, που εμπνέεται από τον θεό, γενναίος, δυνατός
    • ΟΜ Οδ 7.167 ἐπεὶ τό γ΄ ἄκουσ΄ ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο (=ο θεϊκός Αλκίνοος)
    • ΗΣ Θεογ 93 τοίη Μουσάων ἱερὴ δόσις ἀνθρώποισιν { τέτοιο δώρο ιερό από τις Μούσες στους ανθρώπους }
    • ΠΛ Νομ 920e τὸ τούτων γένος ἱερόν ἐστι τούτων τῶν θεῶν
    • ΣΟΦ ΟιδΚ 287 ἥκω γὰρ ἱερὸς εὐσεβής τε (=κάτω από την προστασία του θεού)
    • αφιερωμένος στον θεό, άγιος, ιερός, σεπτός, αμόλυντος
    • ΘΕΟΓΝ ελεγ 1.760 φόρμιγξ δ΄ αὖ φθέγγοιθ΄ ἱερὸν μέλος ἠδὲ καὶ αὐλός
    • ΘΟΥΚ 1.139.2 ἐπικαλοῦντες ἐπεργασίαν Μεγαρεῦσι τῆς γῆς τῆς ἱερᾶς
    • ΕΥΡ Ιων 1285 ἱερὸν τὸ σῶμα τῷ θεῷ δίδωμ΄ ἔχειν
    • ΞΕΝ Ελλ 7.1.46 οὔτε τῶν δημοσίων οὔτε τῶν ἱερῶν χρημάτων φειδόμενος
    • ΑΙΣΧΙΝ 3.67 ἐν τῇ ἱερᾷ ἡμέρᾳ
    • ΕΥΡ Βακχ 494 ἱερὸς ὁ πλόκαμος· τῷ θεῷ δ΄ αὐτὸν τρέφω
    • σε συνδυασμό με τοπωνύμιο ή προσηγορικό τόπου
    • ΟΜ Οδ 1.2 ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε
    • ΗΣ Εργ 653 Ἑλλάδος ἐξ ἱερῆς Τροίην ἐς καλλιγύναικα
    • ΕΥΡ Φοιν 1707 ἱερὸς Κολωνός͵ δώμαθ΄ ἱππίου θεοῦ
    • Β.
    • το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱερόν=ναός, ιερός τόπος
    • ΘΟΥΚ 5.18.2 τὸ δ΄ ἱερὸν καὶ τὸν νεὼν τὸν ἐν Δελφοῖς τοῦ Ἀπόλλωνος { ο ιερός χώρος και ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς }
    • ΙΣΑΙΟΣ 6.50 εἰσελθεῖν εἰς τὸ ἱερὸν
    • ΘΟΥΚ 4.116.2 ἔστι γὰρ ἐν τῇ Ληκύθῳ Ἀθηνᾶς ἱερόν
    • τὰ ἱερά=ο ναός
    • ΘΟΥΚ 3.70.5 πρὸς τὰ ἱερὰ ἱκετῶν καθεζομένων
    • ΙΣΟΚΡ 11.21 τοῖς γὰρ ἱερεῦσιν παρεσκεύασεν εὐπορίαν μὲν ταῖς ἐκ τῶν ἱερῶν προσόδοις
    • τὰ ἱερά=προσφορές, θυσίες, ιερές τελετές, εντόσθια του θύματος
    • ΟΜ Οδ 23.277 ἱερὰ καλὰ Ποσειδάωνι ἄνακτι { όμορφα σφαχτά στον Ποσειδώνα }
    • ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.3.1 ἐπεὶ δὲ καλὰ τὰ ἱερὰ ἦν { οι θυσίες έδειξαν ότι οι θεοί ήταν ευμενείς }
    • ΑΙΣΧΙΝ 1.114 λαβὼν εἰς τὴν ἑαυτοῦ χεῖρα τὰ ἱερά (=τα ιερά σφάγια)
    • φρ. ἱερὰ νόσος=επιληψία
    • ΠΛ Νομ 916a τῇ καλουμένῃ ἱερᾷ νόσῳ
    • φρ. ἱερὰ τριήρης=η Σαλαμινία και η Πάραλος
    • ΑΡΙΣΤ απ 8.44.442 ταμίας ἐκάλουν τοὺς ταῖς ἱεραῖς τριήρεσι λειτουργοῦντας
    • φρ. ἱερὸς νόμος=ο νόμος σχετικά με τις θυσίες
    • ΔΗΜ 21.35 ἔθεσθ΄ ἱερὸν νόμον αὐτῷ τῷ θεῷ περὶ τῆς ἱερομηνίας
    • φρ. ἱερὰ γράμματα=ιερές γραφές, ιερογλυφικά
    • ΠΛ Τιμ 23e τῆς δὲ ἐνθάδε διακοσμήσεως παρ΄ ἡμῖν ἐν τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν ὀκτακισχιλίων ἐτῶν ἀριθμὸς γέγραπται { οι ιερές γραφές αναφέρουν ότι οι θεσμοί μας έχουν ζωή 8.000 χρόνια }
    • ΗΡ 2.36 διφασίοισι δὲ γράμμασι χρέωνται͵ καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ἱρά͵ τὰ δὲ δημοτικὰ καλέεται
    • φρ. ἱερὸν ἦμαρ=θεία μέρα
    • ΟΜ Οδ 9.56 ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΙΕΡΟΣ >
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ε2α
    • επίθετο συγκρ. ἱερώτερος, υπερθ. ἱερώτατος
    • ιων. ἱρός, δωρ. ἱαρός, αιολ. ἶρος
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: ἱερεύς, ἱέρεια, ἱερουργός, ἱεροεργός, ἱεροπόλος 'αρχιερέας', ἱεροθύτης 'θυσιαστής, ιερέας', ἱερόδουλος 'δούλος ενός θεού, δούλος στο ναό', ἱεροκῆρυξ, ἱερομνήμων 'θεματοφύλακας ιερών πραγμάτων, εκπρόσωπος της Αμφικτιονίας στο δελφικό συμβούλιο', ἱεροφάντης 'ιερατικό αξίωμα στα Ελευσίνια Μυστήρια', ἱερήιον, ἱερεῖον 'ζώο για θυσία, θύμα΄, ἡ ἱερατεία 'το αξίωμα του ιερέα', ἡ ἱερῖτις 'ικέτις', ἱερομηνία, ἱεροποιός 'ιερατικό αξίωμα στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις', ἱεροσυλία, ἱερόσυλος, ἱερουργία, ἱεροφάντης 'αυτός που διδάσκει ιερές τελετές και μυστήρια', ἱεροφύλαξ 'φύλακας του ναού', ἱερόχθων
      • ρήματα: ἱεράομαι 'είμαι ιερέας ή ιέρεια ενός θεού', ἱερατεύω, ἱερεύω 'θυσιάζω', ἱεροποιῶ 'υπηρετώ ως ιεροποιός', ἱεροσυλέω, ἱερόω 'αφιερώνω, καθιερώνω', καθιερόω
      • επίθετα: ἱερός, ἱερόθυτος 'αφιερωμένος στο θεό', ἱερόσυλος, ἱερατικός, ἱεροδόκος 'αυτός που δέχεται ιερές θυσίες', ἱεροπρεπής, ἀνίερος
      • επιρρήματα: ἱερωστί
    • ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • δωρ. ἱαρός, ιων. ἱρός, αιολ. ἶρος, ἴαρρος, δωρ. ἱαρεύς, αρκαδ. ἱαρής, Τεγέα ἱερής 'ἱερεύς', ιων. ἱρεύω 'ἱερεύω', δωρ. ἱαριτεύω 'ἱεριτεύω', δωρ. ἱεροθύτας 'ιεροθύτης', ιων. ἱρολογίη, ιων. ἱρολογέω, δωρ. αρκαδ. ἱερομνάμων, δωρ. ἱαρόω
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: τὸ ἱερατεῖον 'ιερός και απαραβίαστος τόπος', ἱεραφόρος 'αυτός που φέρει ιερά σκεύη', ἡ ἱερεία 'θυσία, γιορτή', ἱερογραμματεύς, ἱεροδουλεία, ἱεροθύσιον 'τόπος θυσίας, ἱερολογία 'μυστικιστική γλώσσα', ἱερόμαντις, ἱερομύστης, ἱερονίκης, ἱερόπολις, ἱεροπρόσπολος 'ιερός ακόλουθος, ιερέας', ἱεροσκοπία 'μαντεία από θεώρηση σφάγιων', ἱεροσύλησις, ἱεροταμίας, ἱεροτέκτων, ἱεροτελεστία, ἱεροψάλτης, ἱερωσύνη, ἀφιέρωσις, ἀφιέρωμα, καθιέρωμα, καθιέρωσις
      • ρήματα: ἱεριτεύω 'υπηρετώ ως ιέρεια', ἱερογλυφέω, ἱεροθυτέω 'θυσιάζω', ἱερολογέω 'αφηγούμαι έναν ιερό λόγο', ἱεροσκοπέομαι 'επιθεωρώ ιερά σφάγια', ἱεροταμιεύω, ἱερουργέω, ἱεροφαντέω, συνιεργουργῶ, ἀφιερόω, ἀνιερόω
      • επίθετα: ἱεροσκόπος, ἱερεύσιμος 'κατάλληλος για θυσία', ἱερογλυφικός, ἱερόγλωσσος, ἱερομηνιακός, πανίερος, συνίερος
      • επιρρήματα: ἱερῶς, ἀνιέρως, πανιέρως, ἱερατικῶς, ἀρχιερατικῶς
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • ιεραπόστολος, ιεραποστολαί, ιεραποστολικός, ιεραποστολικώς, ιερεξεταστής, ιερεξεταστικώς, ιερογλυπτική, ιερογλύφημα, ιερογλυφικώς, ιεροδιάκονος, ιεροδιδασκαλείον, ιεροδικαστής, ιεροδικαστήριον, ιεροδικείον, ιεροδίκης, ιεροδουλεία 'χαμαιτυπία', ιεροκαπηλία, ιεροεξεταστής, ιεροκήρυγμα, ιεροκηρύττω, ιεροκομείον, ιεροκοσμικός, ιεροκρατία, ιερολογιότης, ιερολοχίτης, ιερομάθεια, ιερομυθία, ιεροποίησις, ιεροπολιτεία, ιεροπραγέω, ιεροπροφήτης, ιεροσυνέδριον, αφιερωματικός, αφιερωτήριος, ανιερότης
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Πόντ. ιερέας, Χίος ιερές, Κύπ. ιερής, Πόντ. ιερωσύνα