Βιβλιογραφία

Οδηγός Σχολιασμένης Βιβλιογραφίας για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία 

 

Κατά τον Pάμφο, η προδοσία αποτελεί αναγκαιότητα και ουσιώδες χαρακτηριστικό της διαγλωσσικής μετάφρασης, εξαιτίας της διαφορετικής οργάνωσης δύο γλωσσών και της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης των λαών που τις μιλάνε. H μετάφραση, επομένως, από μια γλώσσα σε άλλη πρέπει να αποτελεί μια "μεταβολή" του πρωτοτύπου, προκειμένου αυτό να ενταχθεί στη μεταφραστική γλώσσα και τον εθνικό πολιτισμό της. Οι παραπάνω παρατηρήσεις διασαφηνίζονται με το παράδειγμα της μετάφρασης από τα γαλλικά στα ελληνικά. Tα γαλλικά στηρίζονται κυρίως στο ουσιαστικό, αντανακλώντας έτσι την έμμονη ενασχόληση του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος και της δυτικής θεολογίας με την ουσία· στα ελληνικά, αντιθέτως, πρωτεύον είναι το ρήμα, γεγονός που αντιστοιχεί στη διάκριση που κάνει η ανατολική θεολογία σε αμέθεκτη θεία ουσία και μεθεκτές θείες ενέργειες. Η μετάφραση, επομένως, από τα γαλλικά στα ελληνικά προϋποθέτει «τη μετενσάρκωση της ουσιαστικότητος σε ρηματικότητα, την καλλιέργεια μιας ουσιαστικότητος ρηματικής» (σ.294).

Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, καθώς οικειοποιούμαστε, μέσω της μετάφρασης, τα πνευματικά και επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης, θα πρέπει να αποφύγουμε τον κίνδυνο της "εθνικής υποτέλειας" και της αφομοίωσης προς το πνεύμα των Δυτικοευρωπαίων. «Επειδή η ψυχή του Ρωμιού δεν είναι τεχνολογική, επειδή η αυστηρή συστηματική έκφραση αποτελεί αίτημα της σύγχρονης ζωής, βρίσκεται όμως εκτός του ύφους της γλώσσας μας, ο κίνδυνος είναι μεγάλος, διότι θα πρέπει να φυλάξουμε την αμεσότητα του ύφους και ταυτοχρόνως να καλλιεργήσουμε τον θεωρητικό στοχασμό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω του αρχαίου ελληνικού λόγου και της λόγιας εν γένει παραδόσεως, που το έχει ήδη κατορθώσει, και όχι με άνευ όρων προσχώρηση σε ξένους γλωσσικούς ρυθμούς» (σ.296). Έτσι, η νέα ελληνική, που περιγράφεται ως «γλώσσα ακόμη ασχημάτιστη, αναλυτική, δύσκαμπτη και αδιάθετη στις λεπτές αποχρώσεις του πνεύματος», ως «μειωμένη εκδοχή της αρχαίας» με απέραντα όμως αποθέματα (σ.291), θα πρέπει να καλλιεργηθεί με πρότυπο την αρχαία ελληνική· γι' αυτό θεωρείται καταστρεπτική η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων από μεταφράσεις στο σχολείο και η καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος. Από τα παραπάνω προκύπτει η αποστολή και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ενδογλωσσικής μετάφρασης. Αυτή, επειδή επιτελείται στα πλαίσια του ίδιου συνεχούς γλωσσικού κορμού και της ίδιας ζώσας παράδοσης, οφείλει να προάγει την αυτογνωσία μας, δημιουργώντας μια φυσική πρόσβαση του νεότερου ιδιώματος στο παλιότερο και πυκνώνοντας έτσι τον δεσμό με τη ρίζα της γλώσσας μας. Συγκεκριμένα η ενδογλωσσική μετάφραση θα πρέπει να ενεργοποιεί «υπνώττουσες και αδρανείς δυνατότητες της αρχαίας στη σύγχρονη γλώσσα μας, αφήνοντας στον σχολιαστή τη φροντίδα της ερμηνείας» (σ.299). Όταν η παραπάνω αποστολή εκπληρωθεί, «τότε η πάντοτε ελληνική φτωχή σημερινή γλώσσα μας θα αντλήσει μέσα της και θα ήμαστε εις θέσιν να δεχθούμε δημιουργικά ό,τι έχουν οι άλλοι λαοί να προσφέρουν, χωρίς το πρόσωπό μας να αλλοιώνεται στην τυφλή δοσοληψία με τις ξένες νοοτροπίες και ψυχοσυνθέσεις» (σ.296).

O Ράμφος θέτει σε εφαρμογή την άποψή του επιχειρώντας να μεταφράσει τη ρήση του Hράκλειτου: ξυν νοω λεγοντας ισχυριζεσθαι χρη τω ξυνω παντων, οκωσπερ νομω πολις, και πολυ ισχυροτερως. H μετάφραση που προτείνει είναι η εξής: «Για να έχει νου ο λόγος μας, πρέπει να ισχυριζόμαστε από το ξυνόν πάντων, καθώς από τον νόμο η πόλις, και πολύ ισχυρότερα» (σ.300).

Η εισήγηση του Pάμφου εντάσσεται πλήρως στα πλαίσια της νεοορθόδοξης ιδεολογίας. Αμφίβολη όμως είναι η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα της μεθόδου που προτείνει για την ενδογλωσσική μετάφραση, αν κρίνει κανείς από το αποτέλεσμα της μεταφραστικής δοκιμής του.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Σ. ΤΣΕΛΙΚΑΣ