Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Ε"

Βρέθηκαν 28 Λήμματα [1 - 10]

εθνο-

  • το ουσιαστικό έθνος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • εθνάρχης, εθνομάρτυρας, εθνόσημο, εθνογραφία.

εικονο-

  • το ουσιαστικό εικόνα ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις που αναφέρονται:
  • 1. στη ζωγραφική ή στην οπτική παράσταση:
  • εικονογράφηση, εικονολήπτης.
  • 2. στα εικονίσματα:
  • εικονόφιλος, εικονογραφία, εικονολάτρης, εικονομαχία.

εικοσα-

  • το αριθμητικό είκοσι ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • εικοσάγωνος, εικοσάμετρος, εικοσαετής, εικοσάλεπτος, εικοσάχρονος.

εισ-

  • πρόθημα
  • δηλώνει κίνηση ή ενέργεια που γίνεται προς τα μέσα:
  • εισάγω, εισβάλλω, εισέρχομαι, εισβολή.

εκ-, πριν από σύμφωνο

  • & εξ-, πριν από φωνήεν, πρόθημα
  • 1. δηλώνει αφαίρεση, απομάκρυνση, κίνηση προς τα έξω:
  • εξαερισμός, εκθρονίζω, εκθρόνιση, εκπαραθυρώνω.
  • 2. δηλώνει μεταβολή μιας κατάστασης:
  • εξατμίζω, εξαϋλώνω, εξάτμιση, εκβιομηχανίζω, εξευρωπαΐζω.

εκατο-

  • το αριθμητικό εκατό ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • εκατόλιτρο, εκατόφυλλος.

εκατοντα-

  • το αριθμητικό εκατό ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • εκατοντάφυλλος, εκατονταετής, εκατονταετία, εκατονταπλάσιος.

ελαιο-

  • το ουσιαστικό ελιά ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις που αναφέρονται:
  • 1. στο δέντρο της ελιάς:
  • ελαιόφυτος.
  • 2. στο ελαιόλαδο και στον καρπό της ελιάς:
  • ελαιοπαραγωγός, ελαιοπαραγωγή, ελαιοτριβείο.

ελαφρο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις· προσθέτει σε κάτι ή σε κάποιον τη σημασία:
  • 1. ΄επιπόλαιος΄:
  • ελαφρόμυαλος, ελαφρομυαλιά.
  • 2. ΄λίγο, μόλις και μετά βίας΄:
  • ελαφροκοιμάμαι, ελαφροπατώ.

ελληνο-

  • το ουσιαστικό Έλληνας ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • ελληνοαγγλικός, ελληνοαμερικανικός, ελληνοτουρκικός, Ελληνοκύπριος, ελληνόγλωσσος, ελληνόφωνος, ελληνορθόδοξος.