Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Κ"

Βρέθηκαν 29 Λήμματα [1 - 10]

καθαρο-

  • το επίθετο καθαρός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • καθαροπλυμένος, καθαροντυμένος, καθαρογράφω, καθαρόαιμος.

κακο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. προσθέτει σε αυτό που προσδιορίζει τα στοιχεία του κακού, του άσχημου, του δυσάρεστου:
  • κακοδιάθετος, κακότυχος.
  • 2. δηλώνει ότι κάτι έχει γίνει άσχημα, πρόχειρα:
  • κακογραμμένος, κακοραμμένος, κακοντυμένος, κακομαγειρεμένος.
  • 3. δηλώνει ότι κάτι δεν γίνεται όπως πρέπει:
  • κακοκοιμάμαι, κακοπερνάω, κακομεταχειρίζομαι.
  • 4. δίνει έμφαση σε μια αρνητική ιδιότητα:
  • κακάσχημος.

καλλι-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι κάτι έχει ένα στοιχείο ιδιαίτερα όμορφο:
  • καλλίγραμμος, καλλίφωνος, καλλιγράφος.

καλο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. προσθέτει σε αυτό που προσδιορίζει τα στοιχεία του καλού, βολικού, ευχάριστου:
  • καλοδιάθετος, καλόκαρδος, καλότυχος, καλοτυχίζω.
  • 2. δηλώνει ότι κάτι έχει γίνει καλά, προσεκτικά, επιμελημένα, όχι πρόχειρα:
  • καλοαναθρεμμένος, καλομαγειρεμένος, καλογραμμένος, καλοντυμένος, καλοψημένος.
  • 3. δηλώνει ότι κάτι γίνεται όπως πρέπει:
  • καλοκοιμάμαι, καλοπαντρεύομαι, καλοπερνώ.
  • 4. επιτείνει τη θετική ιδιότητα του β΄ συνθετικού:
  • καλαρέσω.

καπνο-

  • το ουσιαστικό καπνός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • καπνογόνος, καπνοδόχος. || για το φυτό του καπνού

καρα-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετα ουσιαστικά, στα οποία δίνει έμφαση:
  • καράγυφτος, καράβλαχος.

καρδιο-

  • το ουσιαστικό καρδιά ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. αναφέρεται στην καρδιά ως όργανο του ανθρώπινου σώματος:
  • καρδιαλγία, καρδιογράφημα, καρδιοχειρούργος, καρδιόσχημος.
  • 2. αναφέρεται στην καρδιά ως κέντρο των συναισθημάτων ή του ψυχικού κόσμου:
  • καρδιογνώστης, καρδιοκατακτητής, καρδιοχτυπώ.

καρπο-

  • το ουσιαστικό καρπός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • καρποφόρος, καρποφορία.

κατα-

  • πρόθημα
  • 1. δηλώνει τόπο με την έννοια ΄κάτω, προς τα κάτω΄:
  • καταδύομαι, κατάδυση.
  • 2. δίνει έμφαση:
  • καταϊδρώνω, κατακοκκινίζω, κατατρομάζω, καταγάλανος.
  • 3. δηλώνει το μέσο μιας χρονικής περιόδου:
  • κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο.
  • 4. δηλώνει εναντιότητα ή εχθρότητα:
  • καταδιώκω, κατακρίνω, καταψηφίζω, καταδίκη.
  • 5. δηλώνει κατάταξη, ξεχώρισμα:
  • καταγράφω, καταμετρώ, καταμέτρηση.

κατω-

  • το επίρρημα κάτω ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • κατωσέντονο, κατωφερής.