Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Δ"

Βρέθηκαν 12 Λήμματα [1 - 10]

δεκα-

  • το αριθμητικό δέκα ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • δεκάγωνος, δεκάμετρος, δεκαετία, δεκαήμερο, δέκαθλο.

δερματο-

  • το ουσιαστικό δέρμα ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • δερματολόγος, δερματοπάθεια, δερματόκολλα, δερματόδετος.

δευτερο-

  • το αριθμ. δεύτερος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • δευτερολογώ, δευτερότοκος, δευτεροετής, δευτεροβάθμιος, δευτερόκλιτος.

δημο-

  • το ουσιαστικό δήμος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις που αναφέρονται στο σύνολο του λαού:
  • δημοσκόπηση, δημοψήφισμα, δημοκρατία, δημοφιλής.

δι-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζει:
  • 1. έχει δύο στοιχεία:
  • διμερής, διμέτωπος, δίστιχος.
  • 2. διαρκεί δύο χρονικές μονάδες:
  • διήμερος, διετής.

δια-

  • πρόθημα
  • 1. δηλώνει κίνηση διά μέσου, από τη μια μεριά ως την άλλη:
  • διαπερνώ, διέρχομαι, διάβαση, διαγώνιος.
  • 2. δηλώνει κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις, παντού:
  • διαλαλώ, διατυμπανίζω.
  • 3. (σε επίθετα) δηλώνει ότι κάτι γίνεται μεταξύ αυτών που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη:
  • διακομματικός, διακρατικός, διαπροσωπικός.
  • 4. δηλώνει χρόνο, από την αρχή ως το τέλος ενός διαστήματος:
  • διανυκτερεύω, διημερεύω.

διαβολο-

  • & διαολο-, το ουσιαστικό διάβολος / διάολος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. δηλώνει ότι κάποιος ή κάτι έχει σατανική ιδιότητα ή κάποια άσχημα και μη επιθυμητά στοιχεία:
  • διαβολάνθρωπος, διαβολογυναίκα, διαβολόκαιρος.
  • 2. σε σύνθετα ρήματα και τα παράγωγά τους, με αναφορά στον ίδιο τον σατανά, τον διάβολο:
  • διαολοστέλνω.

διπλο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. δηλώνει διπλασιασμό, επανάληψη μιας έννοιας ή ενός στοιχείου που εκφράζει το β΄ συνθετικό:
  • διπλόφαρδος, διπλοκατοικία.
  • 2. δηλώνει ότι μια ενέργεια γίνεται δύο φορές, πολύ καλά:
  • διπλοελέγχω, διπλοκλειδώνω.

δυσ-

  • πρόθημα
  • 1. για κάτι που μπορεί να γίνει δύσκολα:
  • δυσκίνητος, δύσχρηστος.
  • 2. λειτουργεί ως στερητικό και προσθέτει αρνητική σημασία στην πρωτότυπη λέξη:
  • δύστυχος, δυσανάλογος.

δυσκολο-

  • το επίθετο δύσκολος και το επίρρημα δύσκολα ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετα επίθετα:
  • δυσκολοδιάβαστος, δυσκολοπρόφερτος, δυσκολοχώνευτος, δυσκολόπιστος.