Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Ο"

Βρέθηκαν 13 Λήμματα [1 - 10]

οδο-

  • το ουσιαστικό οδός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • οδόστρωμα, οδόφραγμα, οδοκαθαριστής, οδοστρωτήρας.

οδοντο-

  • το ουσιαστικό οδόντας ΄δόντι΄ ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετα ονόματα:
  • οδοντόβουρτσα, οδοντογλυφίδα, οδοντόπαστα, οδοντίατρος, οδοντοτεχνίτης.

οικο-

  • το ουσιαστικό οίκος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. με την έννοια ΄σπίτι΄, ΄χώρος κατοικίας΄:
  • οικοδομή, οικοδόμος, οικόπεδο, οικοδέσποινα, οικότροφος, οικοτροφείο.
  • 2. που αναφέρονται στην αρμονική ισορροπία μεταξύ ανθρώπου και φύσης:
  • οικολογία, οικοσύστημα.

οινο-

  • το ουσιαστικό οίνος ΄κρασί΄ ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • οιναποθήκη, οινοδεξαμενή, οινοπαραγωγός, οινολογία, οινολόγος.

οκτα-

  • & οχτα-, το αριθμητικό οκτώ / οχτώ ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • οκτάγωνος, οκταήμερος, οκτάστηλος, οκτάτομος, οκτάωρο, οκτασέλιδος και οχτασέλιδος.

ολιγο-

  • το επίθετο ολίγος ΄λίγος΄ ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • ολιγάριθμος, ολιγαρκής, ολιγόστιχος, ολιγόλεπτος.

ολο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. δίνει έμφαση στην ιδιότητα που εκφράζει ένα επίθετο:
  • ολόγυμνος, ολοζώντανος, ολόισιος.
  • 2. δηλώνει την αποκλειστική παρουσία ενός συγκεκριμένου χρώματος ή υλικού:
  • ολόλευκος, ολόμαλλος, ολομέταξος, ολόχρυσος.
  • 3. δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζεται είναι ολόκληρο, αφορά ή καλύπτει ένα σύνολο, μια ολόκληρη επιφάνεια:
  • ολοσέλιδος, ολόσωμος. || ολοήμερος.

ομο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζεται έχει κάτι ίδιο, κοινό με κάτι άλλο:
  • ομόθυμος, ομοϊδεάτης, ομόφωνος.

ομοιο-

  • το επίθετο όμοιος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • ομοιόμορφος, ομοιοκαταληξία, ομοιομορφία, ομοιοπαθητική.

ομορφο-

  • το επίθετο όμορφος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • ομορφονιός, ομορφόπαιδο.