Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Θ"

Βρέθηκαν 3 Λήμματα [1 - 3]

θαλασσο-

  • το ουσιαστικό θάλασσα ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • θαλασσοπόρος, θαλασσοκράτορας, θαλασσοπούλι, θαλασσόλυκος.

θεο-

  • το ουσιαστικό θεός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. που αναφέρονται στον Θεό ή στους θεούς:
  • θεοσεβούμενος, θεόσταλτος, θεολογία, θεοποιώ, Θεάνθρωπος.
  • 2. σε σύνθετα επίθετα δηλώνει έμφαση:
  • θεόγυμνος, θεοσκότεινος, θεότρελος, θεόφτωχος.

θερμο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις που αναφέρονται στην έννοια του θερμού ή της θερμότητας:
  • θερμοσυσσωρευτής, θερμαγωγός, θερμομετρώ, θερμόαιμος, θερμοκοιτίδα, θερμοκήπιο. || με επιτατική σημασία