Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

των Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

  • 107. Κεφάλι Γοργούς από τον πρώτο αρχαϊκό ναό της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας, 575-550 π.Χ. Αθήνα, Μουσείο Ακροπόλεως.

  • 108. Σύμπλεγμα του Ηρακλή που παλεύει με τον Τρίτωνα από τον πρώτο αρχαϊκό ναό της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας, 575-550 π.Χ. Αθήνα, Μουσείο Ακροπόλεως.

  • 109. Τρισώματος δαίμονας από τον πρώτο αρχαϊκό ναό της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας, 575-550 π.Χ. Αθήνα, Μουσείο Ακροπόλεως.

  • 110. Αετωματική σύνθεση από την Ακρόπολη της Αθήνας: Εισαγωγή του Ηρακλή στον Όλυμπο. Αθήνα, Μουσείο Ακροπόλεως.

3.3.13. Μαρμάρινα και πώρινα αετώματα από την Ακρόπολη της Αθήνας

Το πιο σημαντικό σύνολο αρχιτεκτονικών γλυπτών της αρχαϊκής εποχής προέρχεται όμως από την Ακρόπολη της Αθήνας. Πολλά από τα αρχαϊκά γλυπτά της Ακρόπολης διατηρήθηκαν επειδή οι Αθηναίοι, μετά την καταστροφή της από τον στρατό του Ξέρξη το 480 π.Χ., τα έθαψαν σε λάκκους μέσα στον χώρο του ιερού, γιατί ήταν αφιερώματα στους θεούς που δεν επιτρεπόταν να απομακρυνθούν. Οι λάκκοι αυτοί, που οι αρχαιολόγοι τους έχουν δώσει το όνομα «αποθέτης των Περσών», ανασκάφηκαν στη δεκαετία του 1880 και μας πρόσφεραν το σημαντικότερο σύνολο αρχαϊκών γλυπτών που γνωρίζουμε ως σήμερα. Δεν έχουμε καμία ένδειξη για το πού ήταν αρχικά στημένα τα γλυπτά που βρέθηκαν στον «αποθέτη των Περσών». Η αδυναμία να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό έχει συνέπειες κυρίως για τη μελέτη των αρχιτεκτονικών γλυπτών, τα οποία δεν μπορούμε να αποδώσουμε με ασφάλεια σε συγκεκριμένα κτήρια, αφού το ιερό της Ακρόπολης αναδιαμορφώθηκε εντελώς μετά τους Περσικούς Πολέμους και έτσι δεν σώζονται τα θεμέλια των παλαιότερων οικοδομημάτων. Μόνη εξαίρεση είναι ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς, που ήταν χτισμένος ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερέχθειο. Είναι όμως σαφές ότι τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν στην Ακρόπολη, εκτός από τον ναό της Αθηνάς και ενδεχομένως έναν ακόμη ναό, και άλλα μικρότερα οικήματα, που ήταν ίσως θησαυροί για τη φύλαξη πολύτιμων αναθημάτων, όπως αυτοί που γνωρίζουμε από τα μεγάλα πανελλήνια ιερά.

Μερικά από τα παλαιότερα γλυπτά είναι μαρμάρινα και προέρχονται από έναν μεγάλο ναό, αλλά διατηρούνται πολύ αποσπασματικά: σώζεται το κεφάλι και τμήματα από το σώμα μιας Γοργούς (εικ. 107), τμήματα από ένα ανάγλυφο με δύο ξαπλωμένα αιλουροειδή, καθώς και ένα κεφάλι θηρίου, πιθανότατα λιονταριού. Τα γλυπτά αυτά μπορούν να συγκριθούν με εκείνα του δυτικού αετώματος του ναού της Άρτεμης στην Κέρκυρα, από τα οποία φαίνεται ότι είναι λίγο νεότερα, αλλά δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούν σε μία ενιαία σύνθεση. Η Γοργώ ήταν ίσως ακρωτήριο, ενώ τα αιλουροειδή μπορεί να προέρχονται από μια ζωφόρο. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε στην Ακρόπολη ένας ναός που είχε εν μέρει μαρμάρινο γλυπτό διάκοσμο.

Ορισμένα πώρινα γλυπτά, που σώζονται αποσπασματικά, μπορούν να τοποθετηθούν σε έναν τουλάχιστον, ίσως και σε δύο μεγάλους ναούς των χρόνων 580-560 π.Χ. Μεγάλη ένταση έχει μια σύνθεση δύο λιονταριών που σπαράσσουν ένα βόδι, η οποία κοσμούσε το κέντρο του αετώματος ενός μεγάλου ναού. Ένα άλλο πώρινο γλυπτό, που βρισκόταν, όπως όλα δείχνουν, στη βόρεια γωνία του ίδιου αετώματος, εικονίζει τον Ηρακλή να παλεύει με τον Τρίτωνα, ένα μυθικό ον με σώμα ανθρώπου και ουρά ψαριού (εικ. 108). Την άλλη γωνία του αετώματος την καταλάμβανε ένας παράξενος δαίμονας με τρία σώματα που απολήγουν σε ουρές φιδιών (εικ. 109). Δεν μπορούμε να ονοματίσουμε με βεβαιότητα τον δαίμονα αυτόν, είναι όμως εντυπωσιακός γιατί σώζονται αρκετά καλά τα έντονα χρώματά του· στα μαλλιά και τα γένια του έχει χρησιμοποιηθεί πολύ σκούρο γαλάζιο χρώμα και γι᾽ αυτό είναι γνωστός ως «Κυανοπώγων». Μια ανάγλυφη λέαινα που έχει ρίξει στο έδαφος ένα μοσχάρι κοσμούσε, από κοινού με ένα όμοιο αντωπό σύμπλεγμα, το κέντρο ενός άλλου αετώματος, το οποίο ανήκε ενδεχομένως σε έναν διαφορετικό ναό. Τέλος, δύο μεγάλα πώρινα φίδια πρέπει να τοποθετηθούν στις άκρες ενός μεγάλου αετώματος.

Ο ένας από τους ναούς ήταν αναμφισβήτητα ο πρώτος μνημειακός ναός της Αθηνάς. Τη θεμελίωση του ναού αυτού, που αποκαλύφθηκε το 1885 και είναι ως σήμερα ορατή ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερέχθειο, τη μελέτησε πρώτος ο Γερμανός αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας Wilhelm Dörpfeld, ενώ τμήματα από την ανωδομή και τον γλυπτό του διάκοσμο βρέθηκαν στον «αποθέτη των Περσών». Μετά την καταστροφή του ναού από τους Πέρσες το 480 π.Χ. το δυτικό τμήμα του επισκευάστηκε πρόχειρα για να στεγάσει το παλιό άγαλμα της Αθηνάς και διατηρήθηκε ως το 406 π.Χ., οπότε κάηκε. Ο ναός ήταν περίπτερος με έξι κίονες στις στενές πλευρές και δώδεκα στις μακρές, ενώ ο σηκός του ήταν χωρισμένος σε πολλούς μικρούς χώρους· είναι προφανές ότι εκτός από το αρχαϊκό άγαλμα της Αθηνάς, το ξόανον από ξύλο ελιάς, ο ναός στέγαζε τα αγάλματα και άλλων θεών και ηρώων. Η εσωτερική διάταξη του παλαιότερου ναού της Αθηνάς επαναλήφθηκε πιθανότατα στο Ερέχθειο, που χτίστηκε λίγο βορειότερα ανάμεσα στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και στο οποίο μεταφέρθηκαν τα αγάλματα και τα κειμήλια που φυλάσσονταν στον ναό του 6ου αιώνα. Ο δεύτερος μεγάλος ναός θα πρέπει να βρισκόταν περίπου στη θέση του Παρθενώνα και γι᾽ αυτό δεν σώθηκε κανένα ίχνος από τη θεμελίωσή του.

Στα χρόνια του Πεισιστράτου, λίγο μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., ο μεγάλος «πώρινος ναός» της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας φαίνεται ότι ανακαινίστηκε εντελώς. Μετά τον θάνατο του Πεισιστράτου, η εξουσία πέρασε στους γιους του, τον Ιππία, τον Ίππαρχο και τον Θεσσαλό, που τους ονομάζουμε Πεισιστρατίδες· ανάμεσα στους τρεις τη μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή την είχε ο Ιππίας. Οι Πεισιστρατίδες κυβέρνησαν την Αθήνα από το 527 ως το 509 π.Χ., συνεχίζοντας σε γενικές γραμμές την πολιτική του πατέρα τους και κόσμησαν την πόλη με νέα δημόσια κτήρια. Στα χρόνια των Πεισιστρατιδών ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς απέκτησε, όπως θα δούμε πιο κάτω, μαρμάρινα αετωματικά γλυπτά.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν διάφορες πώρινες γλυπτές συνθέσεις που προέρχονται με βεβαιότητα από αετώματα μικρών σχετικά κτηρίων. Η παλαιότερη από αυτές, που χρονολογείται γύρω στο 580 π.Χ., εικονίζει τη μάχη του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα, το τέρας με τα εννέα κεφάλια φιδιού που κατοικούσε στο έλος της Λέρνας, στον μυχό του Αργολικού κόλπου. Πίσω από τον Ηρακλή βρίσκεται το άρμα που οδηγεί ο φίλος του Ιόλαος. Στο αριστερό μέρος της παράστασης διακρίνεται ένα μεγάλο καβούρι· είναι το ζώο που έστειλε η Ήρα για να ενοχλεί τον Ηρακλή.

Ένα άλλο αέτωμα εικονίζει την εισαγωγή του Ηρακλή στον Όλυμπο, όπου τον οδηγεί η Αθηνά και τον υποδέχεται ο Δίας καθισμένος στον θρόνο του (εικ. 110). Η απεικόνιση αυτής της σκηνής σε μια εναέτια σύνθεση που χρονολογείται γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. είναι αξιοσημείωτη και δεν αποκλείεται να οφείλεται σε πρωτοβουλία του τυράννου Πεισιστράτου. Ξέρουμε ότι ο Πεισίστρατος κυβέρνησε την Αθήνα από το 560 ως το 527 π.Χ. με δύο διακοπές· κατέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία με τη βοήθεια τριακοσίων σωματοφυλάκων οπλισμένων όχι με δόρατα, αλλά με ρόπαλα όπως ο Ηρακλής. Την πρώτη φορά που οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον ανάγκασαν να φύγει ο Πεισίστρατος επέστρεψε χρησιμοποιώντας το εξής τέχνασμα, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1.60):

«Καθώς ο Πεισίστρατος δέχτηκε την πρόταση [του Μεγακλή] και συμφώνησε με τους όρους, για να πετύχει την επιστροφή του στην Αθήνα μηχανεύτηκε ένα σχέδιο, που εγώ το βρίσκω αφελές (όταν μάλιστα είναι γνωστό ότι οι Έλληνες από παλιότερα ξεχώρισαν από τους βαρβάρους, έτσι που και ευφυέστεροι ήσαν και απαλλαγμένοι από ανόητες αφέλειες) — αν πραγματικά αυτοί τότε μηχανεύτηκαν να κάνουν κάτι τέτοιο στους Αθηναίους, που είχαν τη φήμη πως ήσαν πρώτοι στη σοφία ανάμεσα στους Έλληνες: Στο δήμο της Παιανίας ζούσε μια γυναίκα που το όνομά της ήταν Φύη, ψηλή τέσσερις πήχες παρά τρία δάχτυλα και επιπλέον ωραία. Αυτής της γυναίκας της φόρεσαν πανοπλία, την ανέβασαν σε άρμα και αφού τη δασκάλεψαν πώς να στέκεται, ώστε να φαίνεται όσο γινόταν πιο μεγαλόπρεπη, την οδηγούσαν στέλνοντας μπροστά κήρυκες, που έφτασαν στην πόλη και φώναζαν ό,τι τους είχαν προστάξει, λέγοντας αυτά: «Αθηναίοι, δεχθείτε με αγαθή ψυχή τον Πεισίστρατο, που η Αθηνά, τιμώντας τον πάνω από κάθε άλλον άνθρωπο η ίδια τον φέρνει πίσω στην ακρόπολή της.» Οι κήρυκες λοιπόν σκόρπισαν παντού και αυτά φώναζαν, και αμέσως στις συνοικίες απλώθηκε η φήμη πως η Αθηνά φέρνει πίσω τον Πεισίστρατο· οι άνθρωποι της πόλης, πιστεύοντας πως η γυναίκα αυτή ήταν θεά, προσκύνησαν τούτη την ύπαρξη και δέχονταν τον Πεισίστρατο.» (Μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτη)

Με το προπαγανδιστικό αυτό τέχνασμα ο Πεισίστρατος εξομοίωσε τον εαυτό του με τον πιο γνωστό προστατευόμενο της Αθηνάς, τον Ηρακλή, τον οποίο η θεά οδήγησε στον Όλυμπο και έπεισε τον Δία να τον δεχτεί ανάμεσα στους θεούς. Δεν αποκλείεται λοιπόν το θέμα της εισαγωγής του Ηρακλή στον Όλυμπο με τη συνοδεία της Αθηνάς, που γίνεται πολύ δημοφιλές στην αττική αγγειογραφία μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., να επιλέχθηκε με πρωτοβουλία του Πεισιστράτου για να θυμίζει την επιστροφή του στην Αθήνα και την άνοδό του στην Ακρόπολη.