Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

των Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

5. Η τέχνη της ώριμης κλασικής εποχής

5.1. Η ερυθρόμορφη αττική αγγειογραφία των μέσων του 5ου αιώνα π.Χ. και η σχέση της με τη μεγάλη ζωγραφική

Οι μαθητές και οι συνεχιστές των σπουδαίων αγγειογράφων του πρώτου τετάρτου του 5ου αιώνα π.Χ. δεν έφτασαν το επίπεδο των δασκάλων τους· το σχέδιό τους είναι πιο βιαστικό και η τεχνοτροπία τους γίνεται μανιεριστική, επαναλαμβάνει δηλαδή παλαιότερους τύπους και φανερώνει κάποια εκζήτηση. Ωστόσο, σε ορισμένα από τα αγγεία της περιόδου αυτής, ιδιαίτερα στα μεγάλα σχήματα, εμφανίζονται για πρώτη φορά τρόποι απεικόνισης και μοτίβα που προδίδουν την επίδραση της μεγάλης ζωγραφικής, για την οποία ξέρουμε ότι γνώρισε τότε μεγάλη άνθηση χάρη σε καλλιτέχνες που άνοιξαν νέους δρόμους. Η πιο σημαντική καινοτομία είναι η χρήση της προοπτικής, που είναι ένας τρόπος για να δηλωθεί με σχεδιαστικά μέσα η τρίτη διάσταση, δηλαδή το βάθος μιας εικόνας. Έτσι, όταν ο ζωγράφος θέλει να δείξει ότι κάποιες μορφές απέχουν σε σχέση με τον θεατή περισσότερο από άλλες, τις εικονίζει μικρότερες και σε υψηλότερο επίπεδο. Η προοπτική αναπτύχθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα για τη δημιουργία σκηνικών στο θέατρο και γι᾽ αυτό ονομάστηκε σκηνογραφία. Ξέρουμε, ωστόσο, ότι αυτή η τεχνική ανακαλύφθηκε ήδη πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα και τη συναντούμε πράγματι σε αγγειογραφίες αυτής της περιόδου. Βλέπουμε, για παράδειγμα, να τοποθετούνται οι ανθρώπινες μορφές σε διαφορετικά επίπεδα, για να δηλωθεί η μεταξύ τους απόσταση ή να κρύβονται εν μέρει από στοιχεία του τοπίου, όπως βράχους ή εξάρματα του εδάφους. Μια άλλη ανακάλυψη της μεγάλης ζωγραφικής που τοποθετείται στα ίδια χρόνια (δηλαδή ανάμεσα στο 480 και το 450 π.Χ.) είναι η φωτοσκίαση, με την οποία δηλώνεται ο όγκος των σωμάτων.

Για κάποιους από τους ζωγράφους της περιόδου που εξετάζουμε οι αρχαίοι συγγραφείς μάς δίνουν πληροφορίες και μνημονεύουν έργα τους. Οι δύο σημαντικότεροι είναι ο Θάσιος Πολύγνωτος και ο Αθηναίος Μίκων, που εκτός από ζωγράφος ήταν και γλύπτης. Τα έργα των καλλιτεχνών αυτών, ιδιαίτερα οι τοιχογραφίες που κοσμούσαν δημόσια οικοδομήματα στην Αθήνα και στους Δελφούς, γρήγορα απέκτησαν μεγάλη φήμη και προκαλούσαν τον θαυμασμό ως το τέλος της Αρχαιότητας, παρόλο που στα μεταγενέστερα χρόνια δεν διατηρούνταν πολύ καλά. Αξίζει να αναφέρουμε τις τοιχογραφίες του Μίκωνος και του Πολυγνώτου στην Ποικίλη Στοά στην Αγορά της Αθήνας (ο Μίκων είχε ζωγραφίσει την Αμαζονομαχία και τη μάχη του Μαραθώνα και ο Πολύγνωτος την άλωση της Τροίας), του Μίκωνος στο ιερό του Θησέα (Αμαζονομαχία, Κενταυρομαχία και αναγνώριση του Θησέα) και του Πολυγνώτου στη λεγόμενη λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς (άλωση της Τροίας και κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη). Δεν είναι παράξενο ότι έργα της μεγάλης ζωγραφικής όπως αυτά χρησίμευσαν ως πρότυπα για μερικούς από τους πιο άξιους Αθηναίους αγγειογράφους της ίδιας εποχής.