Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

των Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

  • 100. Κούρος από την Τενέα Κορινθίας, γύρω στο 550 π.Χ. Μόναχο, Staatliche

  • 98. Κούρος από τη Μήλο, 560-550 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

  • 99. Κούρος από τη Βολομάνδρα Αττικής, γύρω στο 550 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

3.3.9. Τρεις επιτύμβιοι κούροι από διαφορετικά εργαστήρια

Η τέχνη του μαρμάρου αναπτύχθηκε, όπως είδαμε, ιδιαίτερα στις Κυκλάδες και μάλιστα στη Νάξο και την Πάρο, όπου υπήρχαν τα σημαντικότερα λατομεία. Οι γλύπτες από τα δύο αυτά νησιά ταξίδευαν συχνά έξω από την πατρίδα τους για να εκτελέσουν παραγγελίες. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι βρίσκουμε έργα τους όχι μόνο σε άλλα νησιά του Αιγαίου, αλλά και στην Πελοπόννησο, την Αττική και τη Βοιωτία. Από ναξιώτικο μάρμαρο και πιθανότατα από Νάξιο γλύπτη είναι φτιαγμένος ένας όμορφος κούρος από τη Μήλο, σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (εικ. 98), ο οποίος σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ήταν επιτύμβιο μνημείο. Το γλυπτό χρονολογείται λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και ξεχωρίζει για τις ραδινές του αναλογίες και το ευαίσθητο αλλά σχετικά επίπεδο πλάσιμο των όγκων.

Την ίδια εποχή, δηλαδή γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., στην ηπειρωτική Ελλάδα, στη γλυπτική όπως και στην κεραμική, δύο είναι τα πιο αξιόλογα εργαστήρια: της Αθήνας και της Κορίνθου. Έχουμε την τύχη να μας σώζονται δύο επιτύμβιοι κούροι των χρόνων αυτών και η σύγκρισή τους μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα κύρια χαρακτηριστικά των δύο διαφορετικών καλλιτεχνικών παραδόσεων στη γλυπτική.

Από την περιοχή των Μεσογείων της Αττικής προέρχεται ο κούρος της Βολομάνδρας, που βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (εικ. 99). Σχετικά λεπτός και νευρώδης, με τετράγωνους ώμους και στενόμακρο πρόσωπο πλαισιωμένο από φλογόσχημους βοστρύχους, ο κούρος δεν έχει πολλά κοινά στοιχεία με τα δύο παλαιότερα αγάλματα από την Ακρόπολη, τον Μοσχοφόρο (εικ. 91) και τον «ιππέα Rampin» (εικ. 92), ένδειξη ότι την εποχή αυτή στην Αττική συνυπήρχαν διαφορετικά εργαστήρια. Η εντονότερη πλαστικότητα στη διαμόρφωση του σώματος φανερώνει ότι ο κούρος της Βολομάνδρας είναι λίγο μεταγενέστερος από τον κούρο της Μήλου (εικ. 98), ενώ το μαλακότερο πλάσιμο τον συνδέει με τη γλυπτική των Κυκλάδων, ιδιαίτερα με το εργαστήριο της Πάρου. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι γλύπτες από την Πάρο δούλευαν την εποχή αυτή και στην Αττική, όπως δείχνει η περίπτωση του Αριστίωνα που υπέγραψε το άγαλμα της νεαρής Φρασίκλειας (εικ. 90).

Από την Τενέα, λίγο νότια από την Κόρινθο, προέρχεται ένας καλοδουλεμένος κούρος που βρίσκεται σήμερα στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου (εικ. 100). Ο κούρος της Τενέας έχει διαφορετική σωματική διάπλαση και αναλογίες από τον σύγχρονό του της Βολομάνδρας. Οι ώμοι του πέφτουν πιο χαμηλά, τα σκέλη του είναι πιο εύσαρκα, η μέση πιο λεπτή. Οι όγκοι του σώματος ξεχωρίζουν πιο έντονα, οι μεταβάσεις είναι λιγότερο μαλακές. Το πρόσωπο είναι σχεδόν τετράγωνο, η μύτη και τα μάτια πιο μικρά. Ο κούρος της Τενέας είναι έργο χαρακτηριστικό της κορινθιακής τέχνης των μέσων του 6ου αιώνα π.Χ. Τα ίδια χαρακτηριστικά τα συναντούμε σε μια σειρά από κορινθιακά χάλκινα αγαλματίδια, πολλά από τα οποία προέρχονται από τον διάκοσμο μεγάλων χάλκινων αγγείων.