Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός

των Δ. Ι. Κυρτάτα και Σπ. Ι. Ράγκου
Ίδρυμα ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

6.2. Τρεις εθνικές ομάδες κατοικούν στην πόλη αυτή

Η προσπάθεια των Θηβαίων να ενοποιήσουν τεχνητά τις αρκαδικές κώμες δεν είχε μακρά ζωή. Μέσα σε πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της η Μεγαλόπολη ήταν μεγάλη κυρίως στο όνομα. Αιώνες μετά, κάποιος μπορούσε να τη διακωμωδεί ως μεγάλην ἐρημίαν. Ακόμη και υπό μακεδονική ή, αργότερα, ρωμαϊκή επικυριαρχία, η αυτονομία των τοπικών κοινωνιών εξακολουθούσε να υφίσταται - τουλάχιστον ως ιδανικό. Οι πολιτειακοί θεσμοί της κλασικής εποχής επιβίωναν, ουσιαστικά ή ονομαστικά. Πολυανθρωπία, πάντως, και τα προβλήματα που δημιουργεί η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού δεν εμφανίστηκαν πουθενά.

Στα νέα εδάφη υπήρχαν άλλες δυνατότητες. Πολλές από τις πόλεις που ίδρυσαν ο Αλέξανδρος και οι Διάδοχοι αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς και ξεπέρασαν σε πληθυσμό κάθε προηγούμενο. Η Αντιόχεια, η Σελεύκεια, η Λαοδίκεια και η Απάμεια στο βασίλειο των Σελευκιδών, το Πέργαμον στο μικρό βασίλειο των Ατταλιδών και κυρίως η Αλεξάνδρεια στο βασίλειο των Πτολεμαίων αριθμούσαν, κατά τον 2ο αιώνα, εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Ενώ η πόλις των Θηβών ή της Σπάρτης στην κλασική εποχή περιλάμβανε όλους τους κατοίκους της αντίστοιχης επικράτειας και όχι μόνο τις λίγες χιλιάδες ανθρώπους που ήταν εγκατεστημένοι στο άστυ, οι νέες πόλεις ήταν αυστηρώς αστικά κέντρα.

Κανένα άστυ της κλασικής εποχής δεν μπορούσε να αυξηθεί δημογραφικά πέρα από κάποιο όριο. Η γεωφυσική δομή της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας ευνοούσε τις περιορισμένες ενότητες και τον κατακερματισμό. Αντίθετα, στα εκτενή ελληνιστικά βασίλεια τέτοια όρια δεν υπήρχαν. Ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας στο παλάτι δημιούργησε την ανάγκη ενός διευρυμένου δικτύου διοίκησης και αντίστοιχης γραφειοκρατίας. Στο βασίλειο των Σελευκιδών η αστυφιλία ενθαρρύνθηκε ιδεολογικά και πρακτικά. Το αντίθετο συνέβη στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Η εύφορη γη, που θεωρητικά ήταν όλη βασιλική, έπρεπε να καλλιεργείται συστηματικά. Αν ενθαρρυνόταν η αστυφιλία, υπήρχε κίνδυνος ερήμωσης της υπαίθρου με τρομακτικές συνέπειες στην οικονομία. Η έλλειψη μεγάλων πόλεων στην Αίγυπτο αποτελεί τη βασική αιτία υπερδιόγκωσης της Αλεξάνδρειας.

Η ανάπτυξη των πόλεων στα ελληνιστικά βασίλεια σήμαινε τη δημιουργία διοικητικών και εμπορικών κέντρων που υποβοηθούσαν την ενοποίηση του χώρου. Η άρχουσα τάξη των κατακτητών προσπάθησε -και πέτυχε- να συνεργαστεί με τους γηγενείς πληθυσμούς, διατηρώντας τις παραδοσιακές δομές διοίκησης. Στον χώρο της κρατικής οικονομίας κύρια μέριμνα ήταν η είσπραξη φόρων - η βασική πηγή εσόδων στα ελληνιστικά βασίλεια. Το εμπόριο ήταν γενικά ελεύθερο, αν και ορισμένα είδη αποτελούσαν κρατικό μονοπώλιο. Παράλληλα με τα νέα επαγγέλματα, όπως ήταν αυτά των εγγράμματων δημόσιων λειτουργών, δημιουργήθηκαν νέοι τρόποι αστικής ζωής, νέες υλικές ανάγκες και νέες πνευματικές αναζητήσεις.

Η χλιδή των ανακτόρων αποτελούσε ανέκαθεν σύμβολο της βασιλικής δύναμης. Στα ελληνιστικά χρόνια η πολυτέλεια εξακτινώθηκε στα ανώτερα στρώματα. Ο πλουτισμός έγινε σκοπός της ζωής πολλών ανθρώπων και οι σωματικές απολαύσεις ένδειξη της κοινωνικής επιτυχίας τους. Στην παλαιά διάκριση ελεύθερων πολιτών και κατοίκων χωρίς πολιτικά δικαιώματα αντιτάχθηκε εκ νέου ο διαχωρισμός πλουσίων και φτωχών.

Ο θεσμός της δουλείας διατηρήθηκε απαράλλακτος. Μάλιστα, ο συνολικός αριθμός των δούλων αυξήθηκε κατακόρυφα εξαιτίας των συνεχών πολέμων, αλλά το ποσοστό εκείνων που εργάζονταν στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή μάλλον μειώθηκε. Οι περισσότεροι δορίκτητοι δούλοι προορίζονταν πλέον για την εύρυθμη λειτουργία του οίκου.

Ισονομία μεταξύ των φύλων στον αρχαίο κόσμο δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Κάποιες νέες τάξης εξίσωσης έκαναν ωστόσο την εμφάνισή τους. Στον γάμο οι περιπτώσεις συζύγων που ομολογούσαν αμοιβαία αγάπη αυξήθηκαν. Η κυρίαρχη ιδεολογία των προηγούμενων αιώνων θεωρούσε ότι ο έρωτας δεν σχετίζεται με τον θεσμό του γάμου, που είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία νόμιμων απογόνων και κληρονόμων της πατρικής περιουσίας. Τώρα όμως στη συνείδηση πολλών ανθρώπων, ο έρωτας έπαυε να είναι ασύμμετρος με την οικογενειακή ζωή. Με τον τρόπο αυτό άνοιξε εκ νέου η συζήτηση για τις σχέσεις ανάμεσα στη (φυσική) ερωτική επιθυμία και την (κοινωνικά αποδεκτή) τεκνοποιία. Σε κάποιους ηθικολόγους συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου ο γάμος θεωρήθηκε ακόμη και προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ερωτικής ολοκλήρωσης που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα. Από τη σταδιακή αυτή αλλαγή της αντίληψης των ανδρών για τις συζύγους τους η θέση της γυναίκας ελαφρώς βελτιώθηκε. Οι περιπτώσεις διαζυγίων επίσης αυξήθηκαν.

Ο ιδιωτικός και ο δημόσιος βίος ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες. Οι άνθρωποι άρχισαν να φορούν προσωπεία για να αντεπεξέλθουν στους διακριτούς κοινωνικούς ρόλους τους. Η διαφάνεια της προηγούμενης εποχής ευνοούσε την αυτογνωσία μέσα από το βλέμμα και τη συμπεριφορά των συμπολιτών με τους οποίους ο καθένας μοιραζόταν την ίδια αντίληψη για την αρετή και το νόημα του βίου. Τώρα το μέσα και το έξω, το ψυχικό βίωμα και η κοινωνική συμπεριφορά, έτειναν να διαχωριστούν.

Η κοινωνική περιωπή των πλουσίων αυξανόταν όταν αναλάμβαναν δημόσιες δαπάνες ή δώριζαν μεγάλα ποσά για την κατασκευή κτιρίων. Η πρακτική αυτή ονομάζεται σήμερα «ευεργετισμός» και αποτέλεσε μια σημαντική συνιστώσα της πολιτικής οικονομίας των ελληνιστικών βασιλείων. Οι ευεργέτες αποκτούσαν κύρος και μπορούσαν να απαιτήσουν προνόμια από τους βασιλείς - πρακτική συνηθισμένη και διόλου αξιόμεμπτη στις ιεραρχικές κοινωνίες. Δίπλα στη δημόσια ωφέλεια, οι ευεργεσίες των πλουσίων υπογράμμιζαν έμπρακτα αρετές του χαρακτήρα γνωστές από τα προηγούμενα χρόνια. Η μεγαλοπρέπεια και η μεγαλοψυχία, τις οποίες ο Αριστοτέλης είχε συμπεριλάβει στον κατάλογο των σημαντικών ηθικών αρετών, έπαιρναν νέες διαστάσεις.

Από την άλλη μεριά, στους συνεχείς πολέμους της ελληνιστικής περιόδου μετείχαν όλο και μεγαλύτερα σώματα μισθοφόρων. Το γεγονός αυτό καθιστούσε πλέον την πολεμική δραστηριότητα όχι υποχρέωση και δικαίωμα του πολίτη προς την πόλη του, αλλά επαγγελματική ιδιότητα ειδικά εξασκημένων ανδρών. Η ανδρεία δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται μία από τις βασικότερες αρετές του χαρακτήρα. Ωστόσο, έξω από τα όρια της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι περιστάσεις πολεμικής φανέρωσής της σταδιακά περιορίζονταν.

 

Ο παλαιός ελληνισμός εξακολουθούσε να παρέχει το πολιτιστικό στίγμα και την κυρίαρχη ιδεολογία της νέας κατάστασης πραγμάτων. Τα παραγόμενα αγαθά όμως ήταν τώρα προϊόντα συγκερασμού με τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία των κατακτημένων πληθυσμών. Αυτή η εξέλιξη υπήρξε εξαρχής εμφανέστερη στο επίπεδο της ίδιας της γλώσσας.

Επίσημη γλώσσα των ελληνιστικών βασιλείων και ταυτόχρονα κοινός κώδικας επικοινωνίας των ετερόφωνων πληθυσμών της ανατολικής Μεσογείου ήταν από την αρχή η ελληνική. Αλλά στην τεράστια και ξαφνική διεύρυνση του αριθμού των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούσαν, τα ομιλούμενα και γραφόμενα ελληνικά υπέστησαν σημαντικές αλλαγές. Οι παλαιές διάλεκτοι διατηρήθηκαν εκεί που εκτεινόταν πολιτικά η παλαιά Ελλάδα - από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία μέχρι τα μικρασιατικά παράλια, και από την Κύπρο και την Κρήτη μέχρι την Ακαρνανία και τη Θεσσαλία. Δεν βρήκαν όμως διάδοση στα νέα εδάφη. Η κοινή γλώσσα των ελληνιστικών βασιλείων ήταν μια εκδοχή της αττικής διαλέκτου απλουστευμένη τόσο στο επίπεδο των γραμματικοσυντακτικών δομών όσο και στη φωνολογία. Η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων σταδιακά χάθηκε, οι παλαιές δίφθογγοι άρχισαν να προφέρονται ενιαία, λέξεις στενά συνυφασμένες με την πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα της αρχαϊκής εποχής άλλαξαν νόημα ή αχρηστεύτηκαν εντελώς, καινούριοι όροι δημιουργήθηκαν για να εκφράσουν νέους θεσμούς, ξένες λέξεις προσαρμόστηκαν στο ελληνικό κλιτικό σύστημα και άλλες εντάχθηκαν άκλιτες, σημασίες μετατοπίστηκαν, νέες συντακτικές δομές δημιουργήθηκαν, σπάνιοι γραμματικοί τύποι εξαφανίστηκαν και άλλοι υποχώρησαν σημαντικά. Γενικά, η τάση ήταν προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης και της απλούστευσης (Χριστίδης κεφ. 10 [σ. 175-185]).

Οι μητρικές γλώσσες των ανθρώπων που μετακομίζουν σε νέα περιβάλλοντα εξασθενούν και μέσα σε λίγες γενιές διατρέχουν τον κίνδυνο του αφανισμού, αν δεν υπάρχει ένα εθνικό κέντρο για τη συντήρησή τους. Αυτό συνέβη σταδιακά με την εβραϊκή. Μετά την περσική κατάκτηση, οι Εβραίοι άρχισαν να περιορίζουν τη χρήση της εβραϊκής προς όφελος της αραμαϊκής, που ήταν η κοινή της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η γλώσσα της Πεντατεύχου (Τορά) τελικά νεκρώθηκε. Ίσως ήδη κατά τον 3ο, αλλά οπωσδήποτε κατά τον 2ο και 1ο αιώνα, οι περισσότεροι Ιουδαίοι δεν είχαν πλέον άμεση πρόσβαση στις ιερές γραφές τους. Ειδικά στην Αλεξάνδρεια οι πολυάριθμοι Εβραίοι ήταν πλήρως εξελληνισμένοι.

Σύμφωνα με μια παράδοση, που είναι προφανώς αβάσιμη ιστορικά αλλά παραμένει σημαντική στο επίπεδο του θρησκευτικού συμβολισμού, ο Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος διέταξε, με προτροπή του Δημητρίου Φαληρέα, τη μετάφραση των εβραϊκών γραφών στα ελληνικά για να περιληφθούν στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Κακριδής 4.5.Β [σ. 211-212]). Εβδομήντα δύο ελληνομαθείς Εβραίοι, έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ, κλείστηκαν σε ξεχωριστά δωμάτια και, χωρίς να έχουν την παραμικρή δυνατότητα επικοινωνίας, παρέδωσαν μέσα σε εβδομήντα δύο μέρες μεταφράσεις που, όπως αποδείχθηκε, ήταν πανομοιότυπες και στα εβδομήντα δύο αντίγραφα. Στην πραγματικότητα, η ελληνική μετάφραση της Πεντατεύχου και άλλων ιερών κειμένων του ιουδαϊσμού (γνωστή ως Μετάφραση των Εβδομήκοντα ή Ο') συντελέσθηκε στη διάρκεια αρκετών δεκαετιών και είναι έργο ανθρώπων που δεν είχαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα. Επειδή δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της εβραϊκής διασποράς, έγινε το επίσημο κείμενο αναφοράς του ύστερου ιουδαϊσμού και θεωρήθηκε, ορισμένες φορές, ως ανώτερη ακόμη και από το εβραϊκό πρωτότυπο.

Παράλληλα με τη διευκόλυνση που παρείχε στους Ιουδαίους κατά την τέλεση των θρησκευτικών τους νομίμων, η μετάφραση των ιουδαϊκών γραφών έφερε τους ενδιαφερόμενους ελληνόφωνους λογίους σε άμεση επαφή με τα καταστατικά θρησκευτικά κείμενα ενός ξένου λαού. Από την εποχή του Εκαταίου και του Ηροδότου μέχρι τις απαρχές της ελληνιστικής περιόδου, η γνώση που διέθεταν οι Έλληνες για τα ήθη, τα έθιμα και τη θρησκεία των ξένων λαών προερχόταν από προφορικές συζητήσεις και διηγήσεις (είτε μέσω διερμηνέων είτε επειδή οι ξένοι πληροφοριοδότες γνώριζαν ελληνικά) και από όσα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει παρακολουθώντας τις τελετουργίες και παρατηρώντας τα αγάλματα, τα σύμβολα, τους τάφους και τους ναούς. Με τις νέες μεταφράσεις δινόταν η ευκαιρία να διαβάσει κάποιος τα ιερά κείμενα ενός ξένου πολιτισμού και να αναλογιστεί τη σημασία τους.

Την εποχή που έγραφε ο Πολύβιος, στην Αλεξάνδρεια κατοικούσαν τρία διακριτά γένη, το καθένα με ιδιαίτερα γνωρίσματα: οι ντόπιοι Αιγύπτιοι, που ήταν ατίθασοι αλλά πολιτισμένοι, οι μισθοφόροι, που ήταν άξεστοι και ακαλλιέργητοι αλλά εκμεταλλεύονταν με τη δύναμη των όπλων τα κενά της κεντρικής εξουσίας, και τέλος οι Αλεξανδρινοί, που, αν και μιγάδες, κρατούσαν σε κάποιο βαθμό τις συνήθειες των πολιτισμένων Ελλήνων προγόνων τους. Είναι ενδιαφέρον ότι στην έκθεση του Πολύβιου απουσιάζουν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι μάλλον εντάσσονταν στους Αλεξανδρινούς. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στην ιεράρχησή του ο Πολύβιος δίνει την πρωτοκαθεδρία στους γηγενείς της Αιγύπτου. Κατά τη γνώμη του, το πολιτικόν, μια χαρακτηριστικά ελληνική αρετή που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πολιτισμένες ανθρώπινες σχέσεις», το διέθεταν οι Αιγύπτιοι σε βαθμό μεγαλύτερο από τους ξένους μισθοφόρους και τους επήλυδες, Έλληνες ή μη.

 

Παρά τις έντονες αντιδράσεις ορισμένων ακολούθων του, η θεοποίηση του Αλεξάνδρου ήταν γεγονός. Λίγο αργότερα οι Αθηναίοι υποδέχθηκαν με θεϊκές τιμές τον Δημήτριο Πολιορκητή και του παραχώρησαν ως κατοικία τον οπισθόδομο του Παρθενώνα. Έχει μάλιστα διασωθεί επίγραμμα που αναφέρει τα εξής:

Παιδί του ισχυρότατου θεού, του Ποσειδώνα,

και της Αφροδίτης απ᾽ την άλλη, χαίρε.

Οι υπόλοιποι θεοί είτε βρίσκονται πολύ μακριά,

είτε δεν διαθέτουν αφτιά,

ή και δεν υπάρχουν, ή δεν μας δίνουν σημασία καμιά.

Εσένα, ωστόσο, σε βλέπουμε μπροστά μας ζωντανό,

όχι από ξύλο φτιαγμένο, ούτε από πέτρα, αλλ᾽ αληθινό.

Σ᾽ εσένα λοιπόν προσευχόμαστε.

Οι μονάρχες των ελληνιστικών βασιλείων έσπευσαν να θεμελιώσουν την εξουσία τους ανάγοντας τις απαρχές της οικογένειάς τους σε κάποιον θεό. Οι Πτολεμαίοι γενεαλογήθηκαν από τον Διόνυσο, οι Σελευκίδες από τον Απόλλωνα. Ιδίως στην Αίγυπτο οι βασιλείς, ακολουθώντας την παράδοση των φαραώ, έγιναν αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας ως ζωντανοί θεοί.

Μια τέτοια πολιτική και θρησκευτική στάση ήταν γενικά αδιανόητη κατά τους προηγούμενους αιώνες. Τα αντιπαραδείγματα ήταν μεμονωμένα και αυστηρά τοπικής εμβέλειας. Ένας θεός μπορούσε φυσικά να πάρει ανθρώπινη μορφή -για να εξαπατήσει, να συμβουλέψει ή να ξελογιάσει (Μαρωνίτης & Πόλκας κεφ. 9.11 [σ. 148-151])-, και ένας μαχόμενος ήρωας ή μια θεσπέσια κόρη να παρομοιαστεί με θεότητα σε κάποια στιγμή ιδιαίτερης λάμψης. Δεν επιτρεπόταν όμως να τιμάται θνητός με τελετουργίες και προσευχές κατά τη διάρκεια του βίου του. Το περισσότερο που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς, αν είχε προσφέρει πολλά στην πόλη του, ήταν η μεταθανάτια ηρωοποίησή του. Αντίθετα, οι ηγεμόνες της ελληνιστικής εποχής άλλοτε εισέπρατταν αυθόρμητα και άλλοτε απαιτούσαν θεϊκές τιμές και λατρεία. Η θεοποίησή τους συνέβαλε στην εδραίωση των νέων βασιλείων και οπωσδήποτε ενθαρρύνθηκε για καθαρά πολιτικούς λόγους. Η τάση φάνηκε εντονότερα στην Αίγυπτο.

Αν και η διάκριση ανάμεσα στους άλλους θεούς και τον θεό-ηγεμόνα ήταν στην πράξη σαφής, η θεοποίηση ενός πολιτικά ισχυρού ανθρώπου έδειχνε το έλλειμμα που άφηνε πλέον η παραδοσιακή θρησκευτικότητα. Η προσπάθεια ηθικής εξύψωσης των θεών, που είχε ξεκινήσει κατά τον 5ο αιώνα, είχε ως επακόλουθο την αυξανόμενη απομάκρυνση των θεών από τον κόσμο της ανθρώπινης δράσης. Αργότερα, ο πλατωνισμός, για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, μίλησε για άυλες οντότητες (ιδέες, ουσίες και ψυχές). Το σώμα και η ύλη έγιναν έτσι απλοί υποδοχείς και εκφραστές ασώματων μορφών και ενεργειών. Η αντίρροπη τάση, αυτή που τόνιζε το ζωντανό σώμα και την υλική ρίζα των πραγμάτων, άρχισε να εκδηλώνεται σε διάφορους τομείς. Το τιμητικό επίγραμμα των Αθηναίων αποτελεί μία από τις πολλές εκφάνσεις της.

 

Ο Αλέξανδρος δεν έγινε θεός μόνο λατρευτικά. Έγινε θεός και στη συλλογική φαντασία της αρχαιότητας. Το πέρασμά του στον θρύλο συνέβη ταχύτατα. Μια γραπτή διήγηση του βίου και των έργων του, που αποδόθηκε ψευδεπίγραφα στον Καλλισθένη και σώζεται σε διάφορες μορφές και γλώσσες, έχει τις λογοτεχνικές απαρχές της στον 3ο αιώνα, αλλά αντλεί από προφορικό υλικό που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των κατορθωμάτων του ή αμέσως μετά. Αυτή η φανταστική ιστορία, γνωστή ως Διήγησις Ἀλεξάνδρου, εντυπωσιακή για την άγνοια της εθνολογίας και της γεωγραφίας που διακρίνει τον λαϊκό συνθέτη της, διαθέτει το είδος αλήθειας που χαρακτηρίζει τον μύθο.

Πραγματικός πατέρας του Αλεξάνδρου παρουσιάζεται ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου, που υποτίθεται ότι σκοτώθηκε στη Μακεδονία από τον δωδεκαετή γιο του, πολύ πριν ξεκινήσει η εκστρατεία κατά των Περσών. Ο Αλέξανδρος σκιαγραφείται ως ένας πραγματικός μάγος που αποστόμωσε τους σοφούς βραχμάνους της Ινδίας. Όταν τον ρώτησαν γιατί πολεμάει, παρουσίασε τον εαυτό του ως εργάτη της θείας πρόνοιας και ισχυρίστηκε ότι οι εκστρατείες του ήταν αναγκαίες για την προώθηση της κίνησης στον κόσμο. Η στάση θα σήμαινε θάνατο, υπαινισσόταν, ενώ ο πόλεμος είναι σύμφυτος με την αληθινή ζωή. Πολλά από τα στοιχεία αυτής της φανταστικής διήγησης μας φέρνουν αντιμέτωπους με το πνεύμα που διακατείχε τον Αλέξανδρο περισσότερο από τις νηφάλιες ιστοριογραφικές αφηγήσεις των πραγματικών γεγονότων της ζωής του.

Σπύρος I. Ράγκος