Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός

των Δ. Ι. Κυρτάτα και Σπ. Ι. Ράγκου
Ίδρυμα ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ

1.1. Την πόλη περιβάλλουν πυργωμένα τείχη

Ο Όμηρος περιγράφει την πόλη των Φαιάκων στο όριο του πραγματικού και του φανταστικού· πλησιέστερα στο φανταστικό. Την αποκαλεί Σχερία, παρόλο που προτιμά να κάνει λόγο για τους κατοίκους της ή για τον δήμο των Φαιάκων. Εξηγεί ότι οι Φαίακες κατοικούσαν κάποτε κοντά στους Κύκλωπες, αλλά επειδή, ισχυρότεροι εκείνοι, τους έβλαπταν συχνά, ξεσπιτώθηκαν και αναζήτησαν νέο τόπο, παράμερα από τους άλλους, στο έσχατο όριο του πολυκύμαντου πελάγους.

Η Σχερία περιλάμβανε το άστυ και την ύπαιθρο χώρα. Διάσπαρτοι, δέσποζαν ναοί των θεών. Το άστυ βρισκόταν σε ύψωμα, κυκλωμένο από μακρύ και ψηλό τείχος. Εκεί κατοικούσαν οι άρχοντες, αλλά και οι περισσότεροι απλοί κάτοικοι. Κάπου στο κέντρο του, πλάι στον ναό του Ποσειδώνα, ήταν η πλακόστρωτη αγορά. Από τις δυο πλευρές του σχηματίζονταν λιμάνια, όπου άραζαν τα καράβια, ανάλογα με τον καιρό. Ένας δρόμος οδηγούσε έξω από το τείχος. Πρώτο διακρινόταν το άλσος της Αθηνάς, με την κρήνη του και ολόγυρα λιβάδι. Παραδίπλα το τέμενος του βασιλιά Αλκίνοου: ένα καταπράσινο περιβόλι. Η ύπαιθρος χώρα ήταν μοιρασμένη σε ιδιοκτησίες, με χωράφια και καλλιεργημένα κτήματα. Τα βοσκοτόπια παρέμεναν μάλλον κοινόχρηστα. Ένας ποταμός πότιζε τη γη και χυνόταν στη θάλασσα.

Την εξουσία στην πόλη κατείχε ο Αλκίνοος με αξίωμα κληρονομικό. Το αρχοντικό του ήταν λαμπρό, γειτόνευε ωστόσο με τις οικίες άλλων επιφανών ανδρών. Όλοι μαζί οι Φαίακες αποτελούσαν τον δήμο. Ξεχώριζαν οι αριστοκράτες ή ευγενείς - ο ποιητής τούς αποκαλεί βασιλῆας, δηλαδή «βασιλιάδες». Συμμετείχαν στη βουλή και συσκέπτονταν με τον Αλκίνοο για τα σοβαρά θέματα. Οι υπόλοιποι κάτοικοι ασχολούνταν με τα καθημερινά τους έργα. Όσοι δεν καλλιεργούσαν τη γη ήταν ναυτικοί. Αν χρειαζόταν θα έπαιρναν τα όπλα. Στο νοικοκυριό του Αλκίνοου (ασφαλώς και σε άλλα αρχοντικά) υπήρχαν αρκετοί δούλοι (ο ποιητής τούς αποκαλεί δμῶας) και δούλες (δμωαί αλλά και ἀμφίπολοι). Ακόμη και στην απομονωμένη Σχερία κατέφθαναν κάποτε περαστικοί ξένοι. Ορισμένοι, όπως ο Οδυσσέας, επειδή είχαν χάσει τον δρόμο τους· άλλοι για να εμπορευτούν. Στις κοινωνίες της εποχής πλέον ευπρόσδεκτοι ήταν αυτοί που γνώριζαν χρήσιμες τέχνες: ο μάντης, ο γιατρός, ο μαραγκός αλλά και ο αοιδός (Μαρωνίτης & Πόλκας κεφ. 11.2-11.3 [σ. 174-182]).

Οι φανταστικές διηγήσεις κρύβουν συχνά απλές και μεγάλες αλήθειες. Τέτοια είναι η περίπτωση της ανύπαρκτης Σχερίας. Σε ολόκληρη σχεδόν την αρχαιότητα οι Έλληνες κατοικούσαν σε πόλεις που της έμοιαζαν. Πόλεις για τους αρχαίους Έλληνες ήταν πρώτα απ᾽ όλα και πάνω απ᾽ όλα οι πολίτες. Οι πάντες γνώριζαν ποια ήταν και πού βρισκόταν η Αθήνα ή η Σπάρτη, αλλά προτιμούσαν να μιλούν για τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμόνιους ή τους Σπαρτιάτες. Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από απλό σχήμα λόγου.

Παρά την αγάπη που είχαν για τη γη τους και παρά τον σεβασμό που έτρεφαν για τους τάφους των προγόνων και τα ιερά τους, οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν προτεραιότητα στην ασφάλεια και την ευδαιμονία των πολιτών. Αν η ανάγκη το έφερνε, ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν ασφαλέστερη περιοχή. Δύο φορές στη διάρκεια των Περσικών Πολέμων οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη τους και βρήκαν αλλού προσωρινό καταφύγιο. Ήταν μάλιστα έτοιμοι να επιλέξουν και έναν μόνιμο νέο τόπο κατοικίας. Όπως το διατύπωσε ο στρατηγός τους Θεμιστοκλής πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, μπορούσαν να πάρουν τις οικογένειές τους και να εγκατασταθούν στην Ιταλία. Με μετεγκατάσταση αντέδρασαν, σε παρόμοιες περιπτώσεις, πολλοί άλλοι Έλληνες.

Οι ελληνικές πόλεις είχαν συνήθως ένα άστυ, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι περισσότερες κατοικίες, και μια ύπαιθρο χώρα, από την οποία τρέφονταν. Ορισμένες είχαν αντί για άστυ μόνο μια ακρόπολη ή ένα σύνολο χωριών. Οι γνωστότερες, και πάντως οι σημαντικότερες, αν δεν ήταν κτισμένες πάνω στη θάλασσα, είχαν εύκολη πρόσβαση σε αυτήν. Παρά τους κινδύνους της, η θάλασσα ήταν η καλύτερη οχύρωση και εξασφάλιζε την ταχύτερη δυνατή επικοινωνία. Σε καιρό πολέμου αποτελούσε την ασφαλέστερη οδό ανεφοδιασμού και διαφυγής. Στον πλατωνικό Φαίδωνα ο Σωκράτης φαντάζεται τον κόσμο των Ελλήνων να κατοικεί γύρω από τη θάλασσα, όπως τα μυρμήγκια ή οι βάτραχοι γύρω από έναν βάλτο. Η θάλασσα ένωνε τους Έλληνες περισσότερο από ό,τι οι οροσειρές και τα ψηλά βουνά.

Ως προς το μέγεθός τους οι ελληνικές πόλεις είχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Πολλές κατοικούνταν από λίγες χιλιάδες ανθρώπους. Η Αθήνα και η Σπάρτη είχαν πάνω από 200.000. Αρκετές γύρω στις 20.000. Ο αριθμός αυτός ήταν συνήθως επαρκής για τις ανάγκες τους και κατάλληλος για την εύρυθμη λειτουργία τους. Πολλές πόλεις πάντως είχαν πολύ λιγότερους κατοίκους, χωρισμένους πάντα σε κατηγορίες. Οι πολῖται, που κατείχαν τη γη, είχαν πολιτικά δικαιώματα· οι μόνιμα εγκατεστημένοι ξένοι είχαν δικαίωμα στην εργασία και μπορούσαν να αγοράσουν σπίτια, αλλά δεν συμμετείχαν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων ούτε κατείχαν καλλιεργήσιμα κτήματα. Σε πολλές πόλεις, όπως στην Αθήνα, αποκαλούνταν μέτοικοι. Όταν το καλούσε η ανάγκη, πολίτες και μέτοικοι στρατεύονταν και πολεμούσαν τους κοινούς εχθρούς της πόλης. Μοιρασμένοι στα νοικοκυριά βρίσκονταν πάντα και αρκετοί δούλοι. Από τον 6ο αιώνα ο αριθμός τους αυξήθηκε πολύ. Οι περαστικοί ξένοι ήταν γενικά ευπρόσδεκτοι στις πόλεις, με εξαίρεση τη Σπάρτη.

Όλες οι πόλεις χρειάζονταν οχύρωση (και πάλι εκτός από τη Σπάρτη) και, όταν βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, λιμάνια, δηλαδή φυσικούς όρμους για να αράζουν τα πλοία. Οι ναοί που ήταν κτισμένοι μέσα στο άστυ ξεχώριζαν συνήθως για τη λαμπρότητά τους. Για την οικοδόμησή τους καταβάλλονταν μεγάλα έξοδα και προσλαμβάνονταν οι ικανότεροι τεχνίτες. Η λατρεία των θεών ήταν υπόθεση όλης της πόλης. Οι εορτές έδιναν στη ζωή νόημα και ρυθμό. Τα ναΰδρια έξω από το άστυ μπορούσαν κάποτε να έχουν επίσης μεγάλη αξία. Συχνά όριζαν την επικράτεια και την κυριαρχία της πόλης. Φροντίζοντας και προστατεύοντας τους αγροτικούς ναούς, μια πόλη φρόντιζε και προστάτευε τη γη της. Η αγορά ήταν τόπος εργασίας, εμπορίου, συναθροίσεων και συζητήσεων.

Σε ορισμένες περιοχές του ελληνικού κόσμου οι κάτοικοι ήταν οργανωμένοι σε ευρύτερες ενότητες, που αποκαλούνταν ἔθνη. Συνεκτικό τους στοιχείο ήταν η συνείδηση μιας κοινής καταγωγής και η διαφύλαξη μιας κοινής λατρείας. Στα έθνη αυτά οι πόλεις (όσες υπήρχαν) και οι διακριτοί οικισμοί δεν διέθεταν πολιτική αυτονομία, αλλά συνεργάζονταν μεταξύ τους στενά, κυρίως στον στρατιωτικό τομέα. Τέτοια ήταν η περίπτωση της Αρκαδίας, της Αχαΐας, της Βοιωτίας και της Θεσσαλίας. Έως τον 4ο αιώνα, τα έθνη δεν έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις υποθέσεις των Ελλήνων, αλλά αμέσως μετά ορισμένα από αυτά διευρύνθηκαν, δυνάμωσαν και επισκίασαν τις παλαιές πόλεις.

Η φανταστική Σχερία υπενθυμίζει ότι η πλήρης περιγραφή μιας πόλης περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα ακόμη συστατικά στοιχεία: νερό, γη, μουλάρια ή βόδια και γάμους. Κανένας Έλληνας δεν ήταν τόσο αστόχαστος να θεμελιώσει πόλη σε περιοχή που δεν διέθετε ποταμό και άφθονα νερά - μολονότι από τις βροχοπτώσεις ήταν δυνατόν να συγκεντρωθεί ένα απαραίτητο συμπλήρωμα. Πολλές μικρές πόλεις εκμεταλλεύονταν τα βουνά, τους λόφους και τα υψώματα. Εκτός από προστασία, οι ορεινοί όγκοι παρείχαν ξυλεία και προσφέρονταν για τη διαμόρφωση μικρών ιδιοκτησιών: περιβόλια και καλλιεργήσιμες πεζούλες - αἱμασιάς τις αποκαλούσαν συχνά οι αρχαίοι Έλληνες. Επιπλέον, και ίσως σημαντικότερο, στους πρόποδες των βουνών μπορούσαν να ζήσουν εύκολα τα κατοικίδια ζώα και να βρεθεί κατάλληλο κυνήγι.

Οι κάμποι ήταν συνήθως ευφορότεροι, αλλά απαιτούσαν καλύτερη οργάνωση και μεγαλύτερη προστασία. Επιπλέον, ευνοούσαν τη διαμόρφωση μεγάλων ιδιοκτησιών και άφηναν άκληρους τους φτωχότερους πολίτες. Για την καλλιέργεια της γης, και μάλιστα για το όργωμα, ήταν απαραίτητα τα μουλάρια και τα βόδια. Όταν δεν απασχολούνταν στις αγροτικές εργασίες, μπορούσαν να σύρουν τις άμαξες. Πολυτιμότερα ήταν τα βόδια, που προσφέρονταν και για τροφή. Η θυσία τους στους θεούς ήταν πάντα η επιφανέστερη. Πριν από την εισαγωγή του νομίσματος, οι Έλληνες μετρούσαν με αυτά τις μεγάλες αξίες. Για την ξακουστή οικονόμο Ευρύκλεια (ταμίην και τροφόν την ονομάζει ο ποιητής) ο πατέρας του Οδυσσέα είχε πληρώσει είκοσι βόδια. Διαφορετικά, τις περιουσίες των αρχόντων τις μετρούσαν σε κοπάδια ζώων ή σε ετήσια παραγωγή δημητριακών.

Πόλεις δεν μπορούσαν να υπάρχουν χωρίς γάμους. Η αναπαραγωγή των κατοίκων, και μάλιστα των πολιτών, ήταν διαρκές μέλημα και έγνοια κάθε οργανωμένης κοινότητας. Τα συχνά γαμήλια γλέντια επιβεβαίωναν ότι μια πόλη είχε μέλλον.

 

Ιδανικό κάθε πόλης ήταν η αυτάρκεια και η πολιτική αυτονομία. Μια πόλη, αν ήταν δυνατόν, θα έπρεπε να παράγει όλα όσα είχε ανάγκη για την επιβίωση της και για την ευτυχία των κατοίκων της. Η πλήρης αυτάρκεια ήταν φυσικά μια ουτοπία που καμία ελληνική πόλη δεν μπόρεσε να επιτύχει. Κάθε τόπος είχε τους περιορισμούς του, ενώ οι επιθυμίες των ανθρώπων ούτε γνώριζαν ούτε γνωρίζουν όρια. Κάτι παρόμοιο ίσχυε και για την πολιτική αυτονομία. Κάθε πόλη είχε τη φιλοδοξία να καθορίζει μόνη της την πολιτική της, να επιλέγει τους φίλους της και τους εχθρούς της. Αλλά οι περισσότερες βρίσκονταν συνήθως κάτω από τον έλεγχο άλλων ελληνικών πόλεων, φανερά ή συγκαλυμμένα. Πολλούς αιώνες αργότερα όλες οι ελληνικές πόλεις βρέθηκαν ενωμένες κάτω από ξένη κυριαρχία. Οι περισσότερες διατήρησαν ωστόσο τους βασικούς θεσμούς διοίκησης για τις εσωτερικές τους υποθέσεις καθώς και ένα αίσθημα διακριτής ταυτότητας και αυτόνομης ιστορικής διαδρομής.

 

Οι ελληνικές πόλεις είχαν διάφορα πολιτεύματα. Από τον 7ο αιώνα και ύστερα, ελάχιστες εξακολουθούσαν να διοικούνται από κληρονομικό άρχοντα. Ο θεσμός της βασιλείας ανήκε στο παρελθόν και επιβίωνε σε απόμακρες περιοχές, στη Σπάρτη και στον μύθο. Τα γνωστότερα πολιτεύματα ήταν η αριστοκρατία, όπου κυβερνούσαν οι ευγενείς (ἄριστοι), η τυραννία, όπου κυβερνούσε ένας άρχοντας (τύραννος) χωρίς κληρονομικά δικαιώματα στην εξουσία, η ολιγαρχία, όπου κυβερνούσαν λίγοι, εύποροι πολίτες, και η δημοκρατία, όπου κυβερνούσαν όλοι οι πολίτες (δῆμος).

Πολλούς αιώνες μετά την εποχή της μυθικής Σχερίας, ο περιηγητής Παυσανίας βρήκε την ευκαιρία να καταγράψει τι δεν θα έπρεπε να λείπει από μια ελληνική πόλη: τα δημόσια κτίρια (ἀρχεῖα), ένας τόπος άθλησης και παιδείας (γυμνάσιον), το θέατρο, η αγορά, το νερό που διοχετεύεται σε κρήνη και σπίτια καλύτερα από απλές καλύβες με στρογγυλές στέγες. Ακόμη και αν δεν τα διέθετε αυτά, μια πόλη έπρεπε να έχει τουλάχιστον σύνορα (ὅρους), που περιέκλειαν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τα βοσκοτόπια. Από τη σκοπιά του Παυσανία, η Σχερία ίσως να μην ήταν μια κανονική πόλη, καθώς από την περιγραφή της απουσιάζουν σημαντικά δημόσια κτίρια. Αλλά οι απαιτήσεις άλλαζαν μέσα στον χρόνο και μαζί τους άλλαζε κάπως η εικόνα μιας ολοκληρωμένης πόλης.

Περιγράφοντας τη Σχερία, ο ποιητής φρόντισε να τονίσει ότι τα πάντα ήταν ωραία και καλοφτιαγμένα: το λιμάνι, ο ναός, η αγορά, το σπίτι του βασιλιά. Επρόκειτο ασφαλώς για τόπο φανταστικό, όπου όλα ήταν τέλεια. Αν λάβουμε υπόψη ότι η Σχερία ήταν επίσης αυτάρκης και αυτόνομη, τότε ασφαλώς πλησίαζε το ελληνικό ιδανικό περισσότερο από κάθε άλλη πόλη - και ας μην είχε γυμνάσιο ή θέατρο.

Δημήτρης I. Κυρτάτας