Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Λεξικό Α'-Γ' Δημοτικού

Αποτελέσματα για: "Μ"

Βρέθηκαν 322 Λήμματα [91 - 100]

μεγαλώνω

ρήμα
μεγάλος

μέγεθος

[το], ουσιαστικό
1) Το μέγεθος μάς δείχνει πόσο μικρό ή μεγάλο είναι κάτι. 2) Στα ρούχα ή τα παπούτσια το μέγεθος είναι το νούμερο που φοράς.
1) Το πιατάκι του καφέ έχει πιο μικρό μέγεθος από ένα πιάτο σούπας. 2) Τι μέγεθος ρούχα φοράει ο θείος Αλέκος;» ρώτησε η Αθηνά.
νούμερο
μέ-γε-θος

μέδουσα

[η], ουσιαστικό
Η μέδουσα είναι ένα ζώο της θάλασσας που το σώμα της μοιάζει με ομπρέλα. Αν σ' ακουμπήσει μία μέδουσα, το δέρμα σου κοκκινίζει και νιώθεις φαγούρα.
τσούχτρα
μέ-δου-σα
'η θάλασσα'

μεζές

[ο], ουσιαστικό
Oι μεζέδες είναι μικρά κομματάκια φαγητού με δυνατή, πικάντικη γεύση.
O κύριος Γιάννης ετοίμασε μεζέδες για ούζο και κάλεσε τους φίλους του να φάνε μαζί.
με-ζές

μεζούρα

[η], ουσιαστικό
1) Η μεζούρα είναι μία ταινία με αριθμούς για να μετράς το μήκος. 2) Η μεζούρα είναι κι ένα μικρό δοχείο για να μετράς τα υγρά και τα στερεά.
1) Η μοδίστρα πήρε τα μέτρα της κυρίας Μαργαρίτας με τη μεζούρα για να της ράψει μία φούστα. 2) Για να φτιάξει φύλλο πίτας, η κυρία Μαργαρίτα ανακάτεψε έξι μεζούρες αλεύρι με λίγο νερό και λίγο λάδι.
με-ζού-ρα

μέθοδος

[η], ουσιαστικό
Η μέθοδος είναι ένας τρόπος για να κάνεις κάτι.
«Η καλύτερη μέθοδος για ν' αδυνατίσεις είναι να τρως λίγο και συχνά» είπε ο γιατρός στο θείο Αλέκο.
μέ-θο-δος

μεθυσμένος, μεθυσμένη, μεθυσμένο

μετοχή
μεθώ

μεθώ

μεθώ και μεθάω, ρήμα
1) Όταν μεθάς, ζαλίζεσαι από το πολύ κρασί. 2) Όταν μεθάς από χαρά, είσαι πολύ χαρούμενος.
Όταν είσαι μεθυσμένος, έχεις μεθύσει από το πολύ κρασί.
με-θώ

μείγμα

[το], ουσιαστικό
Όταν φτιάχνεις ένα μείγμα, βάζεις πολλά πράγματα μαζί και τ' ανακατεύεις.
Η κυρία Μαργαρίτα ήθελε να φτιάξει κέικ. Ανακάτεψε λοιπόν αυγά, ζάχαρη, βούτυρο κι αλεύρι κι έριξε το μείγμα σ' ένα ταψί.
μείγ-μα

μειονέκτημα

[το], ουσιαστικό
Όταν κάτι έχει μειονεκτήματα, έχει ελαττώματα ή του λείπει κάτι.
Το πιο μεγάλο μειονέκτημα του κυρίου Μιχάλη είναι ότι θυμώνει εύκολα.
πλεονέκτημα
μει-ο-νέ-κτη-μα